Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

Τα εν Σινά υπό Αιγυπτίων τεκταινόμενα όπως από ευρωπαϊκό πρίσμα φαίνονται!


(Του Μάρκου Μπόλαρη) 

Συμβατότητα των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων για έργα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης σε χώρες που δεν σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις θρησκευτικές ελευθερίες, το κράτος δικαίου!

Η...
 
 
περίπτωση του Σινά στην Αίγυπτο

Προς τα Μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

6 Αυγούστου 2026

Αξιότιμο Μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Με την παρούσα επιθυμώ να θέσω υπόψη σας ένα ζήτημα, το οποίο, κατά την εκτίμησή μου, επιβάλλει την άμεση άσκηση κοινοβουλευτικού ελέγχου, προτού η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρήσει περαιτέρω στην εμβάθυνση της στρατηγικής της συνεργασίας με την Αίγυπτο.

Το ζήτημα αφορά την Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά, μία από τις αρχαιότερες αδιαλείπτως λειτουργούσες χριστιανικές μονές στον κόσμο και Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Το θέμα αυτό έχει συχνά παρουσιαστεί στον Τύπο ως μία εσωτερική διαφορά περί ιδιοκτησίας. Έχοντας παρακολουθήσει στενά την υπόθεση και έχοντας λάβει άμεση ενημέρωση για τις πρόσφατες εξελίξεις, θεωρώ ότι υπάρχουν ουσιαστικοί λόγοι που επιβάλλουν την άμεση κοινοβουλευτική διερεύνησή της.

Τα ζητήματα που πλέον ανακύπτουν υπερβαίνουν κατά πολύ το θέμα της κυριότητας επί γης. Αφορούν τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου, της θρησκευτικής ελευθερίας, του κράτους δικαίου, της ασφάλειας δικαίου, της προστασίας ιστορικών εμπράγματων δικαιωμάτων και, εν τέλει, την αξιοπιστία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τη δέσμευσή της στις αρχές αυτές κατά την άσκηση της εξωτερικής της πολιτικής.

Τα μέχρι σήμερα διαθέσιμα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η Μονή δεν βρίσκεται αντιμέτωπη με μία μεμονωμένη δικαστική διαφορά, αλλά με μία σωρευτική αλληλουχία δικαστικών και διοικητικών ενεργειών, οι οποίες ενδέχεται να μεταβάλουν θεμελιωδώς τη θεσμική της αυτονομία και, εν τέλει, να οδηγήσουν στην ουσιαστική απαλλοτρίωση των επί μακρόν κατοχυρωμένων περιουσιακών της δικαιωμάτων.

Το ίδιο το αιγυπτιακό κράτος έχει κινήσει δικαστική διαδικασία αμφισβητώντας τα ιστορικά εμπράγματα δικαιώματα της Μονής. Παράλληλα, ο Αρχιεπίσκοπος–Ηγούμενος, μολονότι εξελέγη κανονικά πριν από περίπου δέκα μήνες, εξακολουθεί να μην έχει λάβει το προεδρικό διάταγμα που απαιτείται κατά παράδοση για την πολιτειακή αναγνώρισή του. Παράλληλα, η Μονή εξακολουθεί, σύμφωνα με πληροφορίες, να αντιμετωπίζει δυσχέρειες ως προς την αναγνώριση της νομικής της προσωπικότητας, με πρακτικές συνέπειες για τη λειτουργία της,

όπως η αδυναμία πρόσβασης στους τραπεζικούς της λογαριασμούς και η αδυναμία χορήγησης συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων, τα οποία είναι αναγκαία για την αποτελεσματική δικαστική της εκπροσώπηση. Επιπλέον, τα μέλη της μοναστικής αδελφότητας εξακολουθούν, σύμφωνα με πληροφορίες, να εξαρτώνται από βραχυχρόνιες, ανανεούμενες άδειες παραμονής, παρά το γεγονός ότι ανήκουν επί σειρά ετών σε ένα θρησκευτικό ίδρυμα με αδιάλειπτη παρουσία περίπου δεκαπέντε αιώνων.

Εξεταζόμενα μεμονωμένα, καθένα από τα ζητήματα αυτά θα μπορούσε να θεωρηθεί διοικητικής φύσεως. Εξεταζόμενα όμως συνολικά, και υπό το πρίσμα της δικαστικής διαδικασίας που έχει κινήσει το ίδιο το κράτος, εγείρουν εύλογα ερωτήματα ως προς το κατά πόσον η Μονή είναι σήμερα σε θέση να υπερασπισθεί αποτελεσματικά τα ιστορικά της δικαιώματα υπό συνθήκες συμβατές με το κράτος δικαίου και την αρχή της ισότητας των διαδίκων ενώπιον των δικαστηρίων.

Το κράτος δικαίου προϋποθέτει ότι κάθε διάδικος έχει τη δυνατότητα να συμμετέχει στη δικαστική διαδικασία διαθέτοντας αναγνωρισμένη νομική προσωπικότητα, αποτελεσματική νομική εκπροσώπηση, αναγνωρισμένη θεσμική ηγεσία και πραγματική ελευθερία να αποφασίζει εάν θα συνάψει ή όχι συμβιβασμό. Όταν οι προϋποθέσεις αυτές απουσιάζουν, ανακύπτουν σοβαρά ζητήματα ως προς την ισότητα των όπλων, την αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη, το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και τη δυνατότητα ελεύθερης, χωρίς εξαναγκασμό, διαπραγμάτευσης οποιασδήποτε συμβιβαστικής συμφωνίας.

Ιδιαιτέρως ανησυχητικός είναι ο χρονισμός των εξελίξεων αυτών. Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν περιέλθει σε γνώση μου, οι αιγυπτιακές αρχές έχουν θέσει ενώπιον της Μονής σχέδιο συμφωνίας συμβιβασμού, με το οποίο καλείται να αναγνωρίσει τον ισχυρισμό του αιγυπτιακού κράτους περί κυριότητας, επί τη βάσει της λογικής «δέχεσαι ή απορρίπτεις», χωρίς οποιαδήποτε ουσιαστική δυνατότητα διαπραγμάτευσης. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, οι μοναχοί έχουν ενημερωθεί ότι η έκβαση της τελικής συζήτησης ενώπιον του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, η οποία έχει ορισθεί για τις 23 Αυγούστου (μετά την οποία η δικαστική διαφορά αναμένεται να περατωθεί οριστικά, χωρίς άλλο τακτικό ένδικο μέσο), έχει ουσιαστικά ήδη προδιαγραφεί. Εφόσον δεν αποδεχθούν την προτεινόμενη συμφωνία συμβιβασμού, δεν θα τους αναγνωρισθεί κανένα από τα —ακόμη ακαθόριστα— δικαιώματα χρήσης τα οποία η Αίγυπτος προτίθεται να τους παραχωρήσει με μεταγενέστερο παράρτημα της συμφωνίας αυτής.

Εάν οι πληροφορίες αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, γεννώνται προφανή ερωτήματα ως προς το κατά πόσον οποιαδήποτε παραίτηση από ιστορικά περιουσιακά δικαιώματα θα μπορούσε πράγματι να θεωρηθεί προϊόν ελεύθερης βούλησης ή εάν, αντιθέτως, θα συνιστούσε παραχώρηση περιουσίας υπό συνθήκες νομικού και θεσμικού εξαναγκασμού. Οι περιστάσεις αυτές εγείρουν επίσης εύλογες ανησυχίες ως προς το κατά πόσον η Μονή απολαύει σήμερα των εγγυήσεων δίκαιης δίκης και είναι σε θέση να υπερασπισθεί αποτελεσματικά τη νομική της θέση ενώπιον του ανώτατου δικαστηρίου της χώρας.

Οι εξελίξεις αυτές εγείρουν, επιπλέον, ευρύτερα ζητήματα διεθνούς δικαίου.

***

Το Διεθνές Νομικό Πλαίσιο

Η ίδια η Αίγυπτος έχει δηλώσει επισήμως ενώπιον της UNESCO ότι η Μονή αποτελεί ιδιοκτησία της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας, ανήκει στην Αρχιεπισκοπή Σινά, είναι αυτοδιοίκητη και ανεξάρτητη υπό τη διοίκηση του Αρχιεπισκόπου–Ηγουμένου της και ότι η μοναστική ζωή εντός

των τειχών της τελεί υπό προστασία. Δεν πρόκειται για ιστορικούς ισχυρισμούς που προβάλλει η ίδια η Μονή, αλλά για επίσημες δηλώσεις της Αιγύπτου στο πλαίσιο του καθεστώτος Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Οι δηλώσεις αυτές δύσκολα συμβιβάζονται με μία νομική θέση σύμφωνα με την οποία το αιγυπτιακό κράτος προβάλλει σήμερα αξίωση κυριότητας επί της περιουσίας της Μονής, ενώ, ταυτόχρονα, η θεσμική αυτονομία της φαίνεται να αποδυναμώνεται σταδιακά μέσω της μη αναγνώρισης της νομικής της προσωπικότητας, της μη αναγνώρισης του κανονικώς εκλεγμένου Αρχιεπισκόπου–Ηγουμένου της και της επισφαλούς νομικής κατάστασης της μοναστικής της αδελφότητας.

Εξάλλου, η Αίγυπτος δεσμεύεται από το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 18, το οποίο κατοχυρώνει την ελευθερία της θρησκείας ή των πεποιθήσεων. Τα διεθνή πρότυπα αναγνωρίζουν ότι η θρησκευτική ελευθερία δεν περιορίζεται στο δικαίωμα τέλεσης της λατρείας, αλλά περιλαμβάνει και τη θεσμική αυτονομία που απαιτείται ώστε οι θρησκευτικές κοινότητες να διορίζουν τους ηγέτες τους, να διαχειρίζονται την περιουσία τους, να οργανώνουν τις εσωτερικές τους υποθέσεις και να διασφαλίζουν τη μόνιμη θρησκευτική τους παρουσία χωρίς αυθαίρετες κρατικές παρεμβάσεις.

Ένα θρησκευτικό ίδρυμα δεν μπορεί να απολαύει ουσιαστικά της θρησκευτικής ελευθερίας εάν αδυνατεί να αναγνωρίσει τη δική του ηγεσία, να διαχειριστεί την περιουσία του, να διατηρήσει τη νομική του προσωπικότητα ή να εξασφαλίσει τη μόνιμη παρουσία της θρησκευτικής του κοινότητας.

Εάν ένα κράτος μπορούσε να ιδιοποιηθεί την ιστορική περιουσία ενός ζώντος θρησκευτικού ιδρύματος, ενώ ταυτόχρονα αναλάμβανε τον έλεγχο των ιερών κτισμάτων και των θρησκευτικών του αγαθών, θα δημιουργούνταν ένα προηγούμενο που θα έθετε σοβαρά ζητήματα ως προς τη θρησκευτική ελευθερία, την προστασία των θρησκευτικών μειονοτήτων και την ειρηνική απόλαυση της περιουσίας κατά το διεθνές δίκαιο. Οι συνέπειές του θα εκτείνονταν πολύ πέραν της Ιεράς Μονής της Αγίας Αικατερίνης.

Οι σωρευτικές εξελίξεις που περιεγράφηκαν ανωτέρω εγείρουν, συνεπώς, ζητήματα που δεν αφορούν απλώς μία διαφορά περί ιδιοκτησίας, αλλά τη συμμόρφωση της Αιγύπτου προς τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο, το κράτος δικαίου και τα διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

***

Οι Διαστάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαίου

Τα ζητήματα αυτά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία υπό το πρίσμα της εμβάθυνσης της στρατηγικής εταιρικής σχέσης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Αιγύπτου. Συνδέονται, επίσης, άμεσα με τις ίδιες τις υποχρεώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως απορρέουν από τα άρθρα 2, 3 παράγραφος 5 και 21 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα οποία επιβάλλουν η εξωτερική δράση της Ένωσης να διέπεται από τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του κράτους δικαίου και του διεθνούς δικαίου.

Μόλις πριν από λίγες ημέρες, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε τη θετική αξιολόγησή της για την Αίγυπτο, διαπιστώνοντας πρόοδο μέσω «συγκεκριμένων και αξιόπιστων βημάτων», μεταξύ άλλων, ως προς το κράτος δικαίου και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κρίνοντας ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση περαιτέρω χρηματοδοτικής στήριξης ύψους 1,5 δισεκατομμυρίου ευρώ. Παραμένει ασαφές κατά πόσον η Επιτροπή ήταν πλήρως ενήμερη για τις εξελίξεις αυτές κατά τη διενέργεια της αξιολόγησής της.

Ταυτόχρονα, ο προτεινόμενος αγωγός GREGY Interconnector έχει αναδειχθεί σε ένα από τα εμβληματικά έργα της στρατηγικής συνεργασίας Ευρωπαϊκής Ένωσης–Αιγύπτου που χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο πλαίσιο αυτό, επιτρέψτε μου να επιστήσω την προσοχή σας στο άρθρο 11 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001, το οποίο ορίζει ρητώς ότι τα κοινά έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας με τρίτες χώρες πρέπει να υλοποιούνται «με πλήρη σεβασμό του διεθνούς δικαίου». Η απαίτηση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς διακηρυκτική. Όταν ανακύπτουν αξιόπιστα ερωτήματα ως προς τη συμμόρφωση ενός κράτους-εταίρου με τις διεθνείς υποχρεώσεις του αναφορικά με τη θρησκευτική ελευθερία, τα περιουσιακά δικαιώματα, την ασφάλεια δικαίου και το κράτος δικαίου, είναι απολύτως θεμιτό το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να διερωτηθεί κατά πόσον τα ζητήματα αυτά αξιολογήθηκαν επαρκώς πριν από την περαιτέρω προώθηση στρατηγικών έργων που απολαμβάνουν πολιτικής ή χρηματοδοτικής στήριξης της Ένωσης.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, την 1η Ιουνίου 2025, ο διακεκριμένος Ιταλός δημοσιογράφος Francesco Battistini, γράφοντας στην εφημερίδα Corriere della Sera και επικαλούμενος διπλωματικές πηγές, ανέφερε ότι το μέλλον της Ιεράς Μονής της Αγίας Αικατερίνης είχε καταστεί αντικείμενο ευρύτερων γεωπολιτικών συζητήσεων που συνδέονταν με το έργο GREGY. Ανεξαρτήτως του εάν η συγκεκριμένη εκτίμηση επιβεβαιωθεί τελικώς, ενισχύει την ανάγκη για διαφάνεια κάθε φορά που στρατηγικά έργα υποδομής τα οποία υποστηρίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται να διασταυρώνονται με καταγγελίες περί συμμόρφωσης προς το διεθνές δίκαιο.

***

Υπό το πρίσμα του μη αναστρέψιμου χαρακτήρα που αναμένεται να έχουν οι διαδικασίες μετά την εκδίκαση της υπόθεσης στις 23 Αυγούστου, σας καλώ, με κάθε σεβασμό, να εξετάσετε το ενδεχόμενο άμεσης κοινοβουλευτικής διερεύνησης των εξελίξεων αυτών πριν η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρήσει περαιτέρω στην εμβάθυνση της στρατηγικής της συνεργασίας με την Αίγυπτο.

Ειδικότερα, σας καλώ να εξετάσετε το ενδεχόμενο:

• να ζητήσετε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να διευκρινίσει εάν οι εξελίξεις αυτές ελήφθησαν υπόψη κατά την πρόσφατη αξιολόγησή της για την Αίγυπτο·

• να ζητήσετε διευκρινίσεις από τις αιγυπτιακές αρχές σχετικά με το νομικό καθεστώς της Μονής, την αναγνώριση του Αρχιεπισκόπου–Ηγουμένου και τις συνθήκες υπό τις οποίες, σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες, διεξάγονται οι διαπραγματεύσεις για τη συμφωνία συμβιβασμού·

• να ζητήσετε τη δημοσιοποίηση του σχεδίου συμφωνίας συμβιβασμού, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η προτεινόμενη παραίτηση της Μονής από τα ιστορικά περιουσιακά της

δικαιώματα​συνδέεται,​άμεσα​ή​έμμεσα,​με​έργα​που​απολαμβάνουν​πολιτικής​ή χρηματοδοτικής στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του έργου GREGY·

• να εξετάσετε κατά πόσον πληρούνται πλήρως οι απαιτήσεις του άρθρου 11 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001 στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης στρατηγικής ενεργειακής συνεργασίας με την Αίγυπτο·

• να ενθαρρύνετε τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα να παρακολουθήσουν στενά τη διαδικασία ενώπιον του Ακυρωτικού Δικαστηρίου στις 23 Αυγούστου, λαμβανομένων υπόψη των δυνητικά μη αναστρέψιμων συνεπειών της για μία από τις αρχαιότερες αδιαλείπτως λειτουργούσες θρησκευτικές κοινότητες στον κόσμο.


Παραμένω στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση ή συζήτηση επί του θέματος.

Με εκτίμηση,

Μάρκος Μπόλαρης 
Δικηγόρος, 
πρώην βουλευτής της Βουλής των Ελλήνων 
πρωήν Υφυπουργός Εξωτερικών