Πολύ συχνά, παρόλο που έχουμε αποφασίσει να διατηρήσουμε την ψυχραιμία μας σε μια συζήτηση, βρίσκουμε τον εαυτό μας να υψώνει τη φωνή του χωρίς να το έχουμε σχεδιάσει. Μια...
φράση που προκαλεί ενόχληση, ένα βλέμμα ή ένα σχόλιο που δημιουργεί την αίσθηση ότι δεν μας καταλαβαίνουν, μπορεί να οδηγήσει σε αυτή την ανεπιθύμητη αντίδραση.
Η ψυχολογία εξηγεί ότι αυτή η συμπεριφορά δεν είναι απλώς θέμα χαρακτήρα ή θυμού, αλλά συνδέεται με τις βαθύτερες αντιδράσεις του σώματος και του μυαλού μας σε συγκεκριμένες συνθήκες.
Η αντίδραση του σώματος και του εγκεφάλου
Το να υψώνουμε τη φωνή μας συνδέεται συχνά με τον τρόπο που το σώμα και ο εγκέφαλος αντιδρούν όταν αισθανόμαστε απειλή ή έντονη πίεση. Κατά τη διάρκεια ενός καβγά, το σώμα μπορεί να παρουσιάσει αυξημένους παλμούς, σφίξιμο των μυών, ένταση ή ταχυκαρδία.
Σε αυτές τις στιγμές, το νευρικό σύστημα μπαίνει σε κατάσταση συναγερμού. Ο εγκέφαλος αντιλαμβάνεται τη σύγκρουση ως κάτι που απαιτεί άμεση αντιμετώπιση και μπορεί να ενεργοποιήσει την αντίδραση «μάχη ή φυγή» (fight or flight). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η λογική σκέψη να περάσει προσωρινά σε δεύτερο πλάνο.
Πέρα από τον θυμό: Φόβος και ανασφάλεια
Η έντονη φωνή δεν αποτελεί απαραίτητα ένδειξη θυμού. Πίσω από μια δυνατή αντίδραση μπορεί να κρύβεται φόβος, ανασφάλεια ή η αίσθηση ότι ο συνομιλητής δεν μας ακούει. Υπάρχει ένα παράδοξο: όσο πιο ευάλωτοι αισθανόμαστε, τόσο πιο έντονα μπορεί να αντιδράσουμε.
Η δυνατή φωνή μπορεί να λειτουργήσει ως μια προσωρινή «ασπίδα», σαν να προσπαθούμε να καλύψουμε ένα δυσάρεστο συναίσθημα με μεγαλύτερη ένταση. Για παράδειγμα, πίσω από τη φράση «Μη μου μιλάς έτσι!» μπορεί στην πραγματικότητα να κρύβεται το συναίσθημα «Με πληγώνεις και δεν ξέρω πώς να το διαχειριστώ».
Ο ρόλος των παρελθοντικών εμπειριών
Οι αντιδράσεις μας δεν είναι ίδιες σε όλες τις καταστάσεις. Μπορεί κάποιος να είναι απόλυτα ψύχραιμος στον χώρο εργασίας του, αλλά να δυσκολεύεται πολύ περισσότερο να κρατήσει την ψυχραιμία του σε μια οικογενειακή συζήτηση. Ένας σημαντικός λόγος για αυτό είναι τα μοτίβα που έχουμε μάθει από το παρελθόν.
Ο τρόπος επικοινωνίας της οικογένειάς μας κατά την παιδική ηλικία, οι καβγάδες που παρακολουθήσαμε, καθώς και οι δικές μας προηγούμενες εμπειρίες, μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο που αντιδρούμε σήμερα. Αν, για παράδειγμα, μεγαλώσαμε σε ένα περιβάλλον όπου όποιος μιλούσε πιο δυνατά κέρδιζε τη συζήτηση, μπορεί να έχουμε μάθει ασυνείδητα ότι η ένταση ισοδυναμεί με δύναμη. Εναλλακτικά, μπορεί να έχουμε διαπιστώσει στο παρελθόν ότι μόνο όταν φωνάζαμε μας έδιναν σημασία.
Ο εγκέφαλος μαθαίνει από αυτές τις εμπειρίες. Όταν μια σημερινή κατάσταση θυμίζει κάτι από το παρελθόν, μπορεί να ενεργοποιήσει ένα παλιό μοτίβο αντίδρασης πριν καν προλάβουμε να το σκεφτούμε. Επιπλέον, υπάρχουν συγκεκριμένες φράσεις που μπορεί να εκνευρίζουν πολύ περισσότερο από άλλες, όπως για παράδειγμα το «υπερβάλλεις».
Με πληροφορίες από: jenny.gr
