Όταν οι «αναλυτές» αναλαμβάνουν να σώσουν το πολιτικό σύστημα από τον Τσίπρα
Είναι πραγματικά αξιοπρόσεκτη, και όσο περνά ο καιρός γίνεται μάλλον διασκεδαστική, η αγωνία ορισμένων αυτοαποκαλούμενων «δημοσιογράφων» και «πολιτικών αναλυτών» να αναλάβουν ρόλο...
Είναι πραγματικά αξιοπρόσεκτη, και όσο περνά ο καιρός γίνεται μάλλον διασκεδαστική, η αγωνία ορισμένων αυτοαποκαλούμενων «δημοσιογράφων» και «πολιτικών αναλυτών» να αναλάβουν ρόλο...
που κανονικά ανήκει στα κομματικά επιτελεία, να υπερασπιστούν τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ και, κυρίως, να αποδομήσουν το πολιτικό εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα και της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛ.Α.Σ.).Κάποιοι, μάλισταπου υποτίθεται ότι απλώς… αναλύουν, το κάνουν με τέτοιο ζήλο ώστε κινδυνεύουν να ξεπεράσουν σε κομματικό πάθος ακόμη και τους θεσμικούς εκπροσώπους των κομμάτων .
Το ενδιαφέρον είναι ότι η «ανάλυση» δεν περιορίζεται στην κριτική των θέσεων της ΕΛ.Α.Σ. ή στις πολιτικές επιλογές του Αλέξη Τσίπρα. Προχωρά ένα βήμα παραπέρα, επιχειρεί να αμφισβητήσει ακόμη και το δικαίωμά του να είναι ενεργός στην πολιτική ζωή της χώρας.
Εδώ, βέβαια, υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα.
Ποιος ακριβώς αποφασίζει ποιος δικαιούται να συμμετέχει στην πολιτική; Οι πολίτες ή οι τηλεοπτικοί και διαδικτυακοί «αναλυτές»;
Διότι, αν η πολιτική ιστορία μιας χώρας ξαναγράφεται κάθε φορά που κάποιος πολιτικός επιστρέφει στο προσκήνιο, τότε μάλλον δεν έχουμε ανάγκη από ιστορικούς. Μας αρκούν μερικά τηλεοπτικά πάνελ.
Κάπως έτσι, σε μια πρώτη φάση, επιχειρείται να ξαναγραφτεί και η πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας. Η περίοδος της χρεοκοπίας, των μνημονίων, της κοινωνικής και οικονομικής κατάρρευσης, η διαπραγμάτευση, η έξοδος από τα μνημόνια και η δημιουργία δημοσιονομικών και οικονομικών προϋποθέσεων για την επόμενη ημέρα παρουσιάζονται επιλεκτικά, σαν να πρόκειται για λεπτομέρειες που δεν αξίζει να θυμόμαστε.
Ομως, η ιστορία έχει το… ελάττωμα να μην προσαρμόζεται εύκολα στις ανάγκες της επικαιρότητας.
Η Ελλάδα δεν ξύπνησε ξαφνικά τον Ιανουάριο του 2025 και ανακάλυψε τη χρεοκοπία, τα μνημόνια, την κοινωνική κρίση και τα προβλήματα της οικονομίας. Υπήρξαν κυβερνήσεις, επιλογές, συγκρούσεις, διαπραγματεύσεις, λάθη, επιτυχίες και αποτελέσματα. Και υπήρξε, μεταξύ άλλων, και η διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας ως πρωθυπουργός.Μπορεί κάποιος να ασκήσει σκληρή κριτική στις επιλογές εκείνης της περιόδου. Μπορεί να διαφωνεί με τον ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί να θεωρεί ότι έγιναν λάθη ή ότι υπήρχαν διαφορετικές λύσεις.
Αυτό λέγεται πολιτική αντιπαράθεση.Το να επιχειρεί όμως κανείς να εξαφανίσει από την ιστορική αφήγηση ό,τι δεν ταιριάζει στην πολιτική του θέση δεν λέγεται ανάλυση. Λέγεται επιλεκτική μνήμη.
Και, στη δεύτερη φάση, αφού τακτοποιηθεί, κατά τη γνώμη τους, το παρελθόν, έρχεται η προσπάθεια να αντιμετωπιστεί και το παρόν, οι προγραμματικές θέσεις της ΕΛ.Α.Σ. και η πρόταση που παρουσίασε ο Αλέξης Τσίπρας στη Θεσσαλονίκη.
Εδώ η αγωνία γίνεται ακόμη πιο εμφανής.Γιατί άραγε τόση προσπάθεια να πειστεί η κοινωνία ότι ένα πολιτικό εγχείρημα δεν έχει μέλλον, πριν ακόμη προλάβει να δοκιμαστεί πολιτικά και κοινωνικά;Γιατί τόση ανάγκη να αποδομηθεί μια πρόταση που μόλις τώρα μπαίνει στη δημόσια συζήτηση;Και κυρίως, γιατί τόση επιμονή να πείσουν τους πολίτες ότι ο Αλέξης Τσίπρας «δεν πρέπει» να επιστρέψει στην ενεργό πολιτική;
Μήπως επειδή δεν τους ρώτησε πρώτα;
Ίσως εδώ βρίσκεται και η πραγματική εξήγηση.
Το εγχείρημα Τσίπρα και η ΕΛ.Α.Σ. ήρθαν να ταράξουν μια πολιτική πραγματικότητα που για μεγάλο διάστημα είχε βολευτεί στην αδράνεια. Ένα πολιτικό σύστημα όπου η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται ως περίπου αυτονόητη κυβερνητική επιλογή, ενώ μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης δυσκολεύεται να πείσει ότι διαθέτει όχι απλώς λόγο διαμαρτυρίας, αλλά ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Αυτό το κενό ήταν υπαρκτό.Και δεν το δημιούργησε ο Αλέξης Τσίπρας.Δημιουργήθηκε από την αδυναμία του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος να εκφράσει πειστικά την κοινωνική δυσαρέσκεια, να απαντήσει στα προβλήματα της ακρίβειας, της εργασίας, της στέγης, των ανισοτήτων, της δημογραφικής συρρίκνωσης, της λειτουργίας των θεσμών και της ποιότητας της δημοκρατίας.Ιδιαίτερα μετά τις ευρωεκλογές του 2024, η εικόνα αυτή έγινε ακόμη πιο καθαρή. Ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας απομακρύνθηκε από την κάλπη, όχι επειδή έπαψε να ενδιαφέρεται για την πολιτική, αλλά ακριβώς επειδή δεν έβλεπε πειστική πολιτική απάντηση στα προβλήματά του.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν ήταν να βρεθεί κάποιος να εξηγήσει στους πολίτες γιατί πρέπει να ψηφίσουν ένα συγκεκριμένο κόμμα.
Το ζητούμενο ήταν να εμφανιστεί μια πραγματική εναλλακτική πρόταση. Οχι μια πρόταση καλύτερης διαχείρησης. Μια πρόταση αλλαγής πολιτικής. Και αυτό ακριβώς είναι που επιχειρεί σήμερα η ΕΛ.Α.Σ.
Μπορεί να συμφωνεί κανείς ή να διαφωνεί με τις θέσεις της. Μπορεί να έχει επιφυλάξεις. Μπορεί να θέλει περισσότερες απαντήσεις και μεγαλύτερη εξειδίκευση.Αυτό είναι απολύτως θεμιτό.
Εκείνο που δεν είναι ιδιαίτερα πειστικό είναι να επιχειρείται η πολιτική αποδόμηση ενός νέου εγχειρήματος πριν ακόμη δοθεί η δυνατότητα στην κοινωνία να το κρίνει.Και ακόμη λιγότερο πειστικό είναι να επιχειρείται η αποδόμησή του μέσω μιας περίπου… εργολαβικής προσπάθειας ορισμένων «ανεξάρτητων» αναλυτών να εξηγήσουν στους πολίτες γιατί δεν πρέπει να πάρουν στα σοβαρά αυτό που βλέπουν μπροστά τους.
Η κοινωνία, ευτυχώς, διαθέτει και μνήμη και κρίση.Ξέρει τι έζησε.Ξέρει ποιοι κυβέρνησαν, ποιοι αντιπολιτεύτηκαν, ποιοι απέτυχαν και ποιοι πέτυχαν.Και κυρίως, ξέρει ότι η πολιτική δεν είναι κλειστό επάγγελμα.
Ο Αλέξης Τσίπρας δεν χρειάζεται την άδεια κανενός «αναλυτή» για να είναι πολιτικά ενεργός. Όπως κανένας πολιτικός αρχηγός ή πρώην πρωθυπουργός δεν χρειάζεται την έγκριση των τηλεοπτικών πάνελ για να διεκδικήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Την τελική απόφαση την παίρνει πάντα η κοινωνία.Και ίσως αυτό ακριβώς είναι που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία.
Γιατί ο Τσίπρας δεν επιστρέφει για να ζητήσει μια δεύτερη ευκαιρία για τον εαυτό του.Επιστρέφει στην πολιτική για να ζητήσει από την κοινωνία να εξετάσει αν υπάρχει και να δοθεί μια νέα ευκαιρία για τη χώρα.
Και αυτό, τελικά, δεν είναι υπόθεση των «αναλυτών».Είναι υπόθεση των πολιτών.
Γι’ αυτό και όσοι αγωνιούν τόσο πολύ να κλείσουν από τώρα τον δρόμο στην ΕΛ.Α.Σ. ίσως θα έπρεπε να χαλαρώσουν λίγο.
Η δημοκρατία έχει έναν μάλλον ενοχλητικό κανόνα για όσους συνηθίζουν να προεξοφλούν το αποτέλεσμα.
Την τελευταία λέξη δεν την έχουν ούτε τα κόμματα ούτε οι «αναλυτές». Την έχει η κοινωνία.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η «ανάλυση» δεν περιορίζεται στην κριτική των θέσεων της ΕΛ.Α.Σ. ή στις πολιτικές επιλογές του Αλέξη Τσίπρα. Προχωρά ένα βήμα παραπέρα, επιχειρεί να αμφισβητήσει ακόμη και το δικαίωμά του να είναι ενεργός στην πολιτική ζωή της χώρας.
Εδώ, βέβαια, υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα.
Ποιος ακριβώς αποφασίζει ποιος δικαιούται να συμμετέχει στην πολιτική; Οι πολίτες ή οι τηλεοπτικοί και διαδικτυακοί «αναλυτές»;
Διότι, αν η πολιτική ιστορία μιας χώρας ξαναγράφεται κάθε φορά που κάποιος πολιτικός επιστρέφει στο προσκήνιο, τότε μάλλον δεν έχουμε ανάγκη από ιστορικούς. Μας αρκούν μερικά τηλεοπτικά πάνελ.
Κάπως έτσι, σε μια πρώτη φάση, επιχειρείται να ξαναγραφτεί και η πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας. Η περίοδος της χρεοκοπίας, των μνημονίων, της κοινωνικής και οικονομικής κατάρρευσης, η διαπραγμάτευση, η έξοδος από τα μνημόνια και η δημιουργία δημοσιονομικών και οικονομικών προϋποθέσεων για την επόμενη ημέρα παρουσιάζονται επιλεκτικά, σαν να πρόκειται για λεπτομέρειες που δεν αξίζει να θυμόμαστε.
Ομως, η ιστορία έχει το… ελάττωμα να μην προσαρμόζεται εύκολα στις ανάγκες της επικαιρότητας.
Η Ελλάδα δεν ξύπνησε ξαφνικά τον Ιανουάριο του 2025 και ανακάλυψε τη χρεοκοπία, τα μνημόνια, την κοινωνική κρίση και τα προβλήματα της οικονομίας. Υπήρξαν κυβερνήσεις, επιλογές, συγκρούσεις, διαπραγματεύσεις, λάθη, επιτυχίες και αποτελέσματα. Και υπήρξε, μεταξύ άλλων, και η διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας ως πρωθυπουργός.Μπορεί κάποιος να ασκήσει σκληρή κριτική στις επιλογές εκείνης της περιόδου. Μπορεί να διαφωνεί με τον ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί να θεωρεί ότι έγιναν λάθη ή ότι υπήρχαν διαφορετικές λύσεις.
Αυτό λέγεται πολιτική αντιπαράθεση.Το να επιχειρεί όμως κανείς να εξαφανίσει από την ιστορική αφήγηση ό,τι δεν ταιριάζει στην πολιτική του θέση δεν λέγεται ανάλυση. Λέγεται επιλεκτική μνήμη.
Και, στη δεύτερη φάση, αφού τακτοποιηθεί, κατά τη γνώμη τους, το παρελθόν, έρχεται η προσπάθεια να αντιμετωπιστεί και το παρόν, οι προγραμματικές θέσεις της ΕΛ.Α.Σ. και η πρόταση που παρουσίασε ο Αλέξης Τσίπρας στη Θεσσαλονίκη.
Εδώ η αγωνία γίνεται ακόμη πιο εμφανής.Γιατί άραγε τόση προσπάθεια να πειστεί η κοινωνία ότι ένα πολιτικό εγχείρημα δεν έχει μέλλον, πριν ακόμη προλάβει να δοκιμαστεί πολιτικά και κοινωνικά;Γιατί τόση ανάγκη να αποδομηθεί μια πρόταση που μόλις τώρα μπαίνει στη δημόσια συζήτηση;Και κυρίως, γιατί τόση επιμονή να πείσουν τους πολίτες ότι ο Αλέξης Τσίπρας «δεν πρέπει» να επιστρέψει στην ενεργό πολιτική;
Μήπως επειδή δεν τους ρώτησε πρώτα;
Ίσως εδώ βρίσκεται και η πραγματική εξήγηση.
Το εγχείρημα Τσίπρα και η ΕΛ.Α.Σ. ήρθαν να ταράξουν μια πολιτική πραγματικότητα που για μεγάλο διάστημα είχε βολευτεί στην αδράνεια. Ένα πολιτικό σύστημα όπου η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται ως περίπου αυτονόητη κυβερνητική επιλογή, ενώ μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης δυσκολεύεται να πείσει ότι διαθέτει όχι απλώς λόγο διαμαρτυρίας, αλλά ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Αυτό το κενό ήταν υπαρκτό.Και δεν το δημιούργησε ο Αλέξης Τσίπρας.Δημιουργήθηκε από την αδυναμία του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος να εκφράσει πειστικά την κοινωνική δυσαρέσκεια, να απαντήσει στα προβλήματα της ακρίβειας, της εργασίας, της στέγης, των ανισοτήτων, της δημογραφικής συρρίκνωσης, της λειτουργίας των θεσμών και της ποιότητας της δημοκρατίας.Ιδιαίτερα μετά τις ευρωεκλογές του 2024, η εικόνα αυτή έγινε ακόμη πιο καθαρή. Ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας απομακρύνθηκε από την κάλπη, όχι επειδή έπαψε να ενδιαφέρεται για την πολιτική, αλλά ακριβώς επειδή δεν έβλεπε πειστική πολιτική απάντηση στα προβλήματά του.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν ήταν να βρεθεί κάποιος να εξηγήσει στους πολίτες γιατί πρέπει να ψηφίσουν ένα συγκεκριμένο κόμμα.
Το ζητούμενο ήταν να εμφανιστεί μια πραγματική εναλλακτική πρόταση. Οχι μια πρόταση καλύτερης διαχείρησης. Μια πρόταση αλλαγής πολιτικής. Και αυτό ακριβώς είναι που επιχειρεί σήμερα η ΕΛ.Α.Σ.
Μπορεί να συμφωνεί κανείς ή να διαφωνεί με τις θέσεις της. Μπορεί να έχει επιφυλάξεις. Μπορεί να θέλει περισσότερες απαντήσεις και μεγαλύτερη εξειδίκευση.Αυτό είναι απολύτως θεμιτό.
Εκείνο που δεν είναι ιδιαίτερα πειστικό είναι να επιχειρείται η πολιτική αποδόμηση ενός νέου εγχειρήματος πριν ακόμη δοθεί η δυνατότητα στην κοινωνία να το κρίνει.Και ακόμη λιγότερο πειστικό είναι να επιχειρείται η αποδόμησή του μέσω μιας περίπου… εργολαβικής προσπάθειας ορισμένων «ανεξάρτητων» αναλυτών να εξηγήσουν στους πολίτες γιατί δεν πρέπει να πάρουν στα σοβαρά αυτό που βλέπουν μπροστά τους.
Η κοινωνία, ευτυχώς, διαθέτει και μνήμη και κρίση.Ξέρει τι έζησε.Ξέρει ποιοι κυβέρνησαν, ποιοι αντιπολιτεύτηκαν, ποιοι απέτυχαν και ποιοι πέτυχαν.Και κυρίως, ξέρει ότι η πολιτική δεν είναι κλειστό επάγγελμα.
Ο Αλέξης Τσίπρας δεν χρειάζεται την άδεια κανενός «αναλυτή» για να είναι πολιτικά ενεργός. Όπως κανένας πολιτικός αρχηγός ή πρώην πρωθυπουργός δεν χρειάζεται την έγκριση των τηλεοπτικών πάνελ για να διεκδικήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Την τελική απόφαση την παίρνει πάντα η κοινωνία.Και ίσως αυτό ακριβώς είναι που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία.
Γιατί ο Τσίπρας δεν επιστρέφει για να ζητήσει μια δεύτερη ευκαιρία για τον εαυτό του.Επιστρέφει στην πολιτική για να ζητήσει από την κοινωνία να εξετάσει αν υπάρχει και να δοθεί μια νέα ευκαιρία για τη χώρα.
Και αυτό, τελικά, δεν είναι υπόθεση των «αναλυτών».Είναι υπόθεση των πολιτών.
Γι’ αυτό και όσοι αγωνιούν τόσο πολύ να κλείσουν από τώρα τον δρόμο στην ΕΛ.Α.Σ. ίσως θα έπρεπε να χαλαρώσουν λίγο.
Η δημοκρατία έχει έναν μάλλον ενοχλητικό κανόνα για όσους συνηθίζουν να προεξοφλούν το αποτέλεσμα.
Την τελευταία λέξη δεν την έχουν ούτε τα κόμματα ούτε οι «αναλυτές». Την έχει η κοινωνία.