Η διένεξη Βίσση - Καρβέλα και η ανάγκη για μια νέα ηθική στην τέχνη
Η πρόσφατη ρήξη ανάμεσα στην Άννα Βίσση και τον Νίκο Καρβέλα, με αφορμή τα έσοδα από τις μεγάλες επετειακές τους συναυλίες και τα δικαιώματα ζωντανής εκτέλεσης, ξεπερνά τα όρια ενός απλού καλλιτεχνικού καυγά. Η απόφαση να απαγορευτεί η...
ζωντανή εκτέλεση εκατοντάδων επιτυχιών που σφράγισαν τις τελευταίες δεκαετίες, φέρνει στην επιφάνεια ένα βαθύ, δομικό πρόβλημα της μουσικής βιομηχανίας: τη νομική, οικονομική και ηθική ισορροπία ανάμεσα στον δημιουργό, τον ερμηνευτή και το κοινό.
Ένα τραγούδι δεν είναι απλώς νότες και λέξεις αποτυπωμένες σε ένα χαρτί, αποκτά υπόσταση και ψυχή μέσα από τον άνθρωπο που το ερμηνεύει. Η ιστορία του ελληνικού τραγουδιού το έχει αποδείξει με τον πιο εμφατικό τρόπο. Ο μεγάλος Μίκης Θεοδωράκης, σε εκδήλωση προς τιμήν του, αναγνώρισε με απόλυτη ειλικρίνεια τη σπουδαία συμβολή του Γρηγόρη Μπιθικώτση στο έργο του, δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι το 50% της επιτυχίας του το οφείλει σε εκείνον. Ήταν η φωνή του Μπιθικώτση που πέρασε τη μελοποιημένη ποίηση και τον ιστορικό «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, αλλάζοντας για πάντα την πορεία του πολιτισμού μας.
Αντίστοιχα, στο σύγχρονο σκηνικό, ο Νίκος Καρβέλας εμπιστεύτηκε εκατοντάδες τραγούδια στην Άννα Βίσση. Γιατί δεν άλλαζε τραγουδιστή; γιατί η δική της μοναδική ερμηνεία, η φωνή και η σκηνική της παρουσία έδωσαν την απαραίτητη υπεραξία για να γίνουν αυτά τα έργα επιτυχίες.
Υπό το πρίσμα αυτό, είναι παράλογο ο συνθέτης και ο στιχουργός —ή ακόμη χειρότερα, οι κληρονόμοι και οι συγγενείς τους— να διατηρούν το απόλυτο δικαίωμα της καθολικής απαγόρευσης προς τον καλλιτέχνη που ταύτισε τη ζωή του με αυτά τα τραγούδια. Το είδαμε πρόσφατα και στο αρχαίο θέατρο του Δίου με την αρνητική εντύπωση που προκάλεσε η απαγόρευση στον Μανώλη Μητσιά να τραγουδήσει το «Ο Γιάννης ο φονιάς» του Μάνου Χατζιδάκι. Τέτοιες αποφάσεις δημιουργούν αρνητικά συναισθήματα στην κοινωνία. Η απαγόρευση αυτή δεν συνάδει ούτε με τη Δημοκρατία μας ούτε με τον Πολιτισμό μας. Οι δημιουργοί προσφέρουν την τέχνη στον λαό για να τη χαρεί ολαός, δεν προορίζεται για να μένει κλειδωμένη στα συρτάρια τους, λόγω προσωπικών ή οικονομικών διαφορών.
Πολλές φορές, άγνωστοι δημιουργοί αναδείχθηκαν αποκλειστικά από τις μεγάλες φωνές. Θα μπορούσε ποτέ κανείς δημιουργός να πει, για παράδειγμα, στον Στέλιο Καζαντζίδη ή στην τραγουδίστρια της νίκης τη Σοφία Βέμποή στο Δημήτρη Μητροπάνο και σε τόσους άλλους, «δεν σου επιτρέπω να πεις τα τραγούδια μου»;
Η Πολιτεία οφείλει να παρέμβει άμεσα και να δώσει μια οριστική, θεσμική λύση, ώστε να μη ζήσουμε παρόμοια «παρατράγουδα» στο μέλλον. Χρειαζόμαστε μια νομοθετική ρύθμιση που να εξισορροπεί τα δικαιώματα όλων. Οι τραγουδιστές πρέπει να έχουν το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα να ερμηνεύουν ζωντανά τα τραγούδια που σφράγισαν με τη φωνή τους. Ταυτόχρονα, είναι δίκαιο να υποχρεούνται να αποδίδουν ένα σταθερό, καθορισμένο ποσοστό των εσόδων της συναυλίας στους δημιουργούς, συνθέτες και στιχουργούς. Με αυτόν τον τρόπο, το έργο παραμένει ζωντανό και προσβάσιμο στην κοινωνία, οι δημιουργοί ανταμείβονται δίκαια για τον κόπο τους, και η τέχνη απελευθερώνεται από τις προσωπικές έριδες.
Λιτόχωρο 11-10-2026
ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ
ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ
Ένα τραγούδι δεν είναι απλώς νότες και λέξεις αποτυπωμένες σε ένα χαρτί, αποκτά υπόσταση και ψυχή μέσα από τον άνθρωπο που το ερμηνεύει. Η ιστορία του ελληνικού τραγουδιού το έχει αποδείξει με τον πιο εμφατικό τρόπο. Ο μεγάλος Μίκης Θεοδωράκης, σε εκδήλωση προς τιμήν του, αναγνώρισε με απόλυτη ειλικρίνεια τη σπουδαία συμβολή του Γρηγόρη Μπιθικώτση στο έργο του, δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι το 50% της επιτυχίας του το οφείλει σε εκείνον. Ήταν η φωνή του Μπιθικώτση που πέρασε τη μελοποιημένη ποίηση και τον ιστορικό «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, αλλάζοντας για πάντα την πορεία του πολιτισμού μας.
Αντίστοιχα, στο σύγχρονο σκηνικό, ο Νίκος Καρβέλας εμπιστεύτηκε εκατοντάδες τραγούδια στην Άννα Βίσση. Γιατί δεν άλλαζε τραγουδιστή; γιατί η δική της μοναδική ερμηνεία, η φωνή και η σκηνική της παρουσία έδωσαν την απαραίτητη υπεραξία για να γίνουν αυτά τα έργα επιτυχίες.
Υπό το πρίσμα αυτό, είναι παράλογο ο συνθέτης και ο στιχουργός —ή ακόμη χειρότερα, οι κληρονόμοι και οι συγγενείς τους— να διατηρούν το απόλυτο δικαίωμα της καθολικής απαγόρευσης προς τον καλλιτέχνη που ταύτισε τη ζωή του με αυτά τα τραγούδια. Το είδαμε πρόσφατα και στο αρχαίο θέατρο του Δίου με την αρνητική εντύπωση που προκάλεσε η απαγόρευση στον Μανώλη Μητσιά να τραγουδήσει το «Ο Γιάννης ο φονιάς» του Μάνου Χατζιδάκι. Τέτοιες αποφάσεις δημιουργούν αρνητικά συναισθήματα στην κοινωνία. Η απαγόρευση αυτή δεν συνάδει ούτε με τη Δημοκρατία μας ούτε με τον Πολιτισμό μας. Οι δημιουργοί προσφέρουν την τέχνη στον λαό για να τη χαρεί ολαός, δεν προορίζεται για να μένει κλειδωμένη στα συρτάρια τους, λόγω προσωπικών ή οικονομικών διαφορών.
Πολλές φορές, άγνωστοι δημιουργοί αναδείχθηκαν αποκλειστικά από τις μεγάλες φωνές. Θα μπορούσε ποτέ κανείς δημιουργός να πει, για παράδειγμα, στον Στέλιο Καζαντζίδη ή στην τραγουδίστρια της νίκης τη Σοφία Βέμποή στο Δημήτρη Μητροπάνο και σε τόσους άλλους, «δεν σου επιτρέπω να πεις τα τραγούδια μου»;
Η Πολιτεία οφείλει να παρέμβει άμεσα και να δώσει μια οριστική, θεσμική λύση, ώστε να μη ζήσουμε παρόμοια «παρατράγουδα» στο μέλλον. Χρειαζόμαστε μια νομοθετική ρύθμιση που να εξισορροπεί τα δικαιώματα όλων. Οι τραγουδιστές πρέπει να έχουν το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα να ερμηνεύουν ζωντανά τα τραγούδια που σφράγισαν με τη φωνή τους. Ταυτόχρονα, είναι δίκαιο να υποχρεούνται να αποδίδουν ένα σταθερό, καθορισμένο ποσοστό των εσόδων της συναυλίας στους δημιουργούς, συνθέτες και στιχουργούς. Με αυτόν τον τρόπο, το έργο παραμένει ζωντανό και προσβάσιμο στην κοινωνία, οι δημιουργοί ανταμείβονται δίκαια για τον κόπο τους, και η τέχνη απελευθερώνεται από τις προσωπικές έριδες.
Λιτόχωρο 11-10-2026
ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ
ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ
