Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026

Η πολιτική αντιπαράθεση κρίνεται στα προγράμματα και στην κάλπη, όχι στο χειροκρότημα


    Κωνσταντίνος Χατζηιωαννίδης 

Από την επικοινωνιακή υπεροψία στην ουσιαστική σύγκριση προτάσεων και από τις κομματικές αντιπαραθέσεις στην ανάγκη για πολιτική αλλαγή.

Είναι αυτονόητο ότι... 
 
 
όλα τα πολιτικά κόμματα διαθέτουν προγράμματα και στελέχη με γνώσεις και εμπειρία. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι όλα τα προγράμματα είναι εξίσου αποτελεσματικά ούτε ότι όλες οι πολιτικές προτάσεις είναι το ίδιο τεκμηριωμένες και εφαρμόσιμες. Η αξιολόγησή τους απαιτεί γνώση, τεκμηρίωση και σοβαρή πολιτική κρίση. Η επάρκεια των προγραμμάτων και η ικανότητα υλοποίησης των εξαγγελιών δεν αποδεικνύονται με το χειροκρότημα μιας κομματικής εκδήλωσης ή την αυτοπεποίθηση ενός εκπροσώπου σε μια τηλεοπτική συζήτηση.Όποιος κρίνει ένα πολιτικό πρόγραμμα χωρίς να το έχει μελετήσει, να γνωρίζει τις προτεραιότητες, τις δεσμεύσεις και τις προϋποθέσεις εφαρμογής του, δεν συμβάλλει στην ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση. Το ίδιο ισχύει για πολιτικά στελέχη, εκπροσώπους κομμάτων, δημοσιογράφους και αναλυτές. Η κριτική είναι απαραίτητη στη δημοκρατία, αλλά η τεκμηριωμένη κριτική προϋποθέτει γνώση και επιχειρήματα, όχι εντυπώσεις και προκατασκευασμένα συμπεράσματα.

Τα πολιτικά κόμματα, ασφαλώς, ανταγωνίζονται για την εμπιστοσύνη των πολιτών και συχνά συγκρούονται, καθώς εκπροσωπούν διαφορετικές κοινωνικές προτεραιότητες και πολιτικές επιλογές. Ο ανταγωνισμός αυτός είναι θεμιτός και αναγκαίος. Δεν δικαιολογεί, όμως, τη συστηματική υποτίμηση των άλλων ούτε την αλαζονική πεποίθηση ότι μία πλευρά κατέχει το μονοπώλιο της γνώσης και της πολιτικής αλήθειας.Η πολιτική αντιπαράθεση δεν κερδίζεται με χαρακτηρισμούς, ειρωνείες και διακηρύξεις περί ανεπάρκειας των άλλων. Κερδίζεται όταν αποδεικνύεις γιατί η δική σου πρόταση είναι δικαιότερη, αποτελεσματικότερη και περισσότερο ωφέλιμη για την κοινωνία.

Όταν, για παράδειγμα, ένα κόμμα προτείνει φορολογικές ελαφρύνσεις, η συζήτηση οφείλει να εξετάζει ποιοι ωφελούνται, πώς καλύπτονται οι δημοσιονομικές ανάγκες και αν διασφαλίζονται οι πόροι για την υγεία, την παιδεία και την κοινωνική προστασία. Αντίστοιχα, οι υποσχέσεις για καλύτερους μισθούς, προσιτή στέγη και φθηνότερη ενέργεια πρέπει να αξιολογούνται με βάση τα συγκεκριμένα μέτρα, το κόστος και τη δυνατότητα εφαρμογής τους. Ούτε η άκριτη αποδοχή ούτε η εύκολη απόρριψη υποκαθιστούν την ουσιαστική αξιολόγηση.Η υποτίμηση του πολιτικού ανταγωνιστή μπορεί να ικανοποιεί ένα κομματικό ακροατήριο, αλλά δεν αποτελεί στρατηγική. Συχνά, μάλιστα, λειτουργεί ως μπούμερανγκ, καθώς υποτιμά την κρίση των πολιτών και αποκαλύπτει έλλειψη επιχειρημάτων.

Όπως λέει και η λαϊκή σοφία, «το ψέμα έχει κοντά ποδάρια». Το ίδιο ισχύει για τη διαστρέβλωση και τα επικοινωνιακά τεχνάσματα που επιχειρούν να υποκαταστήσουν την πολιτική επιχειρηματολογία.Η ουσιαστική πολιτική αξιολόγηση απαιτεί να αναδεικνύονται οι κοινωνικές συνέπειες κάθε πρότασης, τα συμφέροντα που εξυπηρετεί, οι αδυναμίες και οι αντιφάσεις της, αλλά και οι πιθανές προγραμματικές συγκλίσεις. Απαιτεί, επίσης, σύγκριση ανάμεσα σε όσα ένα κόμμα υπόσχεται, σε όσα έπραξε όταν άσκησε εξουσία και σε όσα δεσμεύεται να υλοποιήσει. Η αξιοπιστία προϋποθέτει συνέπεια, συγκεκριμένες δεσμεύσεις, απολογισμό και λογοδοσία.

Πόσο διαφορετική θα ήταν η δημόσια συζήτηση αν επικεντρωνόταν στα μέτρα για τη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, την προστασία των εισοδημάτων, την αντιμετώπιση της ακρίβειας, τη δημόσια υγεία, την περιφερειακή ανάπτυξη και το δημογραφικό πρόβλημα! Αντί για προσωπικές αντιπαραθέσεις, τα κόμματα θα έπρεπε να εξηγούν τι προτείνουν, με ποιους πόρους και με ποια προσδοκώμενα αποτελέσματα.Γιατί ο πολίτης δεν ενδιαφέρεται μόνο για το ποιος κέρδισε μια τηλεοπτική συζήτηση. Ενδιαφέρεται αν μπορεί να πληρώνει το ενοίκιο και τους λογαριασμούς του, αν βρίσκει γιατρό στο δημόσιο νοσοκομείο, αν τα παιδιά του έχουν αξιοπρεπείς επαγγελματικές προοπτικές και αν μπορεί να παραμείνει και να δημιουργήσει στον τόπο του. Εκεί πρέπει να κρίνεται η πολιτική: στην ανταπόκρισή της στις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες.

Χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε μια διάκριση που συχνά παραβλέπεται ή σκόπιμα συγχέεται. Άλλο είναι το αντίπαλο κόμμα και άλλο το ανταγωνιστικό κόμμα.

Αντίπαλο είναι το κόμμα του οποίου οι πολιτικές επιλογές συγκρούονται με τις δικές σου. Ανταγωνιστικό είναι το κόμμα με το οποίο διεκδικείς την εκλογική προτίμηση των ίδιων ή παρόμοιων κοινωνικών ομάδων και έναν ισχυρότερο ρόλο στον ίδιο πολιτικό χώρο. Οι δύο ιδιότητες δεν αλληλοαναιρούνται: ένα κόμμα μπορεί να είναι ταυτόχρονα ανταγωνιστικό και αντίπαλο σε συγκεκριμένα ζητήματα. Δεν σημαίνει, όμως, ότι κάθε ανταγωνιστής πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εχθρός ή ότι κάθε εκλογική διαφορά αποκλείει μια μελλοντική συνεργασία.Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία στον χώρο της δημοκρατικής αντιπολίτευσης και της προοδευτικής παράταξης. Το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ, η ΕΛ.Α.Σ. και άλλες προοδευτικές δυνάμεις μπορούν θεμιτά να ανταγωνίζονται για την εκλογική τους ενίσχυση, να διαφωνούν σε προγραμματικές επιλογές και να διεκδικούν διαφορετικό ρόλο στην επόμενη ημέρα.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν ο ανταγωνισμός θα εξαντλείται στην προσπάθεια του ενός να αποδυναμώσει τον άλλον ή αν θα αφήνει χώρο για κοινές προγραμματικές κατευθύνσεις και συγκλίσεις. Όταν υπάρχει κοινή βούληση για διαφορετική κυβερνητική πολιτική, ο ανταγωνισμός δεν είναι ανάγκη να καταλήγει σε αλληλοϋπονόμευση. Αντίθετα, απέναντι σε επιλογές που θεωρούνται κοινωνικά άδικες ή θεσμικά προβληματικές, η πολιτική αντιπαράθεση πρέπει να είναι σαφής, τεκμηριωμένη και αποφασιστική.Άλλο να διεκδικείς εκλογικά την υπεροχή έναντι ενός ανταγωνιστικού κόμματος και άλλο να θεωρείς ότι η πολιτική του ύπαρξη πρέπει πάση θυσία να εξαφανιστεί. Το πρώτο αποτελεί θεμιτή δημοκρατική διεκδίκηση. Το δεύτερο μπορεί να οδηγήσει σε αδιέξοδες συγκρούσεις και να υπονομεύσει τις δυνατότητες συνεργασίας.

Η πολιτική ωριμότητα δεν αποδεικνύεται από την ένταση με την οποία καταγγέλλεις τους ανταγωνιστές σου, αλλά από την ικανότητα να διακρίνεις πότε απαιτείται αντιπαράθεση, πότε είναι δυνατή η σύγκλιση και πότε η κοινωνική ανάγκη επιβάλλει συνεργασία.Η διάκριση αυτή αφορά ιδιαίτερα τις προοδευτικές δυνάμεις που διακηρύσσουν ότι επιδιώκουν την πολιτική αλλαγή. Αν θέλουν πραγματικά να διαμορφώσουν μια εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης, οφείλουν να αντιμετωπίζουν τις διαφορές τους ως αντικείμενο πολιτικού διαλόγου και όχι ως μόνιμη αιτία αλληλοαποκλεισμού.

Το ζητούμενο δεν είναι απλώς η εκλογική ήττα της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά η διαμόρφωση μιας πειστικής εναλλακτικής πρότασης με σαφείς προτεραιότητες, κοινωνικό πρόσημο και συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Η φθορά της κυβέρνησης δεν οδηγεί αυτομάτως σε πολιτική αλλαγή, όπως και η δυσαρέσκεια των πολιτών δεν μετατρέπεται από μόνη της σε προοδευτική πλειοψηφία.Η δημοκρατική αντιπολίτευση καλείται, επομένως, να απαντήσει σε ένα κρίσιμο ερώτημα: πώς θα μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε ενεργή πολιτική συμμετοχή και σε μια πλειοψηφική, προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης;

Χρειάζεται να πειστούν οι πολίτες ότι οι προοδευτικές δυνάμεις μπορούν να συμφωνήσουν σε ένα κοινό πλαίσιο προγραμματικών δεσμεύσεων και συγκεκριμένων στόχων, αναλαμβάνοντας την ευθύνη της διακυβέρνησης χωρίς να απαιτείται να εξαφανιστούν οι ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές τους. Ο πολιτικός ανταγωνισμός μπορεί να λειτουργήσει δημιουργικά, εφόσον κάθε κόμμα διατηρεί την αυτονομία του, παρουσιάζει τις προτάσεις του και διεκδικεί την εμπιστοσύνη των πολιτών, χωρίς να κλείνει τον δρόμο στις αναγκαίες συγκλίσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η δική μου πολιτική επιλογή. Προσβλέπω στην πολιτική αναγκαιότητα και στις δυνατότητες του εγχειρήματος του Αλέξη Τσίπρα και της ΕΛ.Α.Σ. Πιστεύω στις διακηρύξεις του, στις προοπτικές του και στη δυνατότητά του να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας αξιόπιστης, σύγχρονης και κοινωνικά προσανατολισμένης προοδευτικής εναλλακτικής. Γι' αυτό προσπαθώ να συμβάλω στην επίτευξη των στόχων του, που συνδέονται και με τις δικές μου πολιτικές επιδιώξεις.Το ίδιο δικαίωμα έχουν όσοι επιλέγουν να στηρίξουν το ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ ή οποιαδήποτε άλλη πολιτική δύναμη. Ο καθένας δικαιούται να υπερασπίζεται την επιλογή του και να εργάζεται για την ενίσχυσή της. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η προσωπική πολιτική επιλογή πρέπει να μετατρέπεται σε άρνηση διαλόγου ή εχθρότητα απέναντι σε όσους έχουν διαφορετική αφετηρία.Η δημοκρατική αντιπαράθεση απαιτεί να διαφωνούμε χωρίς να απαξιώνουμε, να διεκδικούμε χωρίς να υπονομεύουμε και να υπερασπιζόμαστε τις θέσεις μας χωρίς να διαστρεβλώνουμε εκείνες των άλλων. Κυρίως, απαιτεί να μην ξεχνάμε ότι οι κομματικές επιλογές αποκτούν πολιτικό νόημα όταν συνδέονται με τις ανάγκες και τις προσδοκίες της κοινωνίας.

Η κάλπη κρίνει και η επόμενη ημέρα δοκιμάζει. Το αποτέλεσμα της πολιτικής προσπάθειας δεν κρίνεται από τις κομματικές εκδηλώσεις, τα χειροκροτήματα, τις τηλεοπτικές εντυπώσεις ή τις δημοσκοπήσεις μιας συγκεκριμένης στιγμής. Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν τάσεις και διαθέσεις, αλλά δεν υποκαθιστούν την εκλογική ετυμηγορία.Η πραγματική δοκιμασία έρχεται την ημέρα των εκλογών. Τότε θα φανεί ποιοι κατάφεραν να πείσουν, ποιοι έδωσαν πειστικές απαντήσεις στα κοινωνικά προβλήματα και ποιοι οικοδόμησαν σχέσεις εμπιστοσύνης με τους πολίτες. Τότε, επίσης, οι προοδευτικές δυνάμεις θα κληθούν να αξιοποιήσουν υπεύθυνα το αποτέλεσμα. Εφόσον διαμορφωθούν οι αναγκαίοι πολιτικοί και κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί, οφείλουν να εξετάσουν σοβαρά κάθε δυνατότητα προγραμματικής συνεργασίας που μπορεί να οδηγήσει σε μια προοδευτική κυβέρνηση με διαφορετικό πολιτικό προσανατολισμό.

Γιατί ο στόχος δεν μπορεί να είναι απλώς η κυβερνητική εναλλαγή. Είναι η αλλαγή πολιτικής: η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, η ενίσχυση της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, η στήριξη της εργασίας και των εισοδημάτων, η αναβάθμιση των δημόσιων αγαθών, ο περιορισμός των ανισοτήτων και η δημιουργία πραγματικών προοπτικών για τις νεότερες γενιές.Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα. Και γι' αυτό η πολιτική αντιπαράθεση χρειάζεται λιγότερη αλαζονεία και περισσότερη γνώση, λιγότερους χαρακτηρισμούς και περισσότερα επιχειρήματα, λιγότερη κομματική αυτάρκεια και περισσότερη κοινωνική ευθύνη.

Το χειροκρότημα έχει τη σημασία του. Η κάλπη, όμως, έχει τον τελευταίο λόγο.

Και μετά την κάλπη αρχίζει η πραγματική δοκιμασία, αν οι πολιτικές δυνάμεις που ζήτησαν την εμπιστοσύνη των πολιτών θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στην εντολή τους και να μετατρέψουν την προσδοκία της πολιτικής αλλαγής σε πράξη.

Γιατί η πολιτική αλλαγή αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο μόνο όταν συνοδεύεται από αλλαγή πολιτικής.