Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

Το ερώτημα έχει ήδη τεθεί. Μένει να δοθεί η απάντηση


       Σε όλες σχεδόν τις εκλογικές αναμετρήσεις και τις προεκλογικές περιόδους, τουλάχιστον σε εκείνες στις οποίες συμμετείχα από το 1974 μέχρι σήμερα, υπήρχε πάντοτε ένα κυρίαρχο ερώτημα. Ένα ερώτημα που γεννιόταν από τα προβλήματα, τις ανάγκες και τις συνθήκες κάθε εποχής. Και ...  
 
 
απέναντι σε αυτό το ερώτημα διαμορφωνόταν η αντίστοιχη απάντηση. Μια απάντηση που εξαρτιόταν από την οπτική γωνία με την οποία οι πολιτικές δυνάμεις και οι ηγεσίες τους προσέγγιζαν και αξιολογούσαν την πραγματικότητα, αλλά και από την ικανότητά τους να μετατρέψουν την κοινωνική δυσαρέσκεια σε πολιτικό και, τελικά, σε νικηφόρο εκλογικό ρεύμα.

Σήμερα, όμως, το κυρίαρχο ερώτημα μοιάζει να έχει διαμορφωθεί με πρωτοφανή καθαρότητα. Οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών, ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαφοροποιήσεις τους, καταγράφουν ορισμένα σταθερά και σχεδόν πάγια ευρήματα, ακρίβεια, οικονομική πίεση, διαφθορά, έλλειμμα εμπιστοσύνης στους θεσμούς, δυσαρέσκεια από την κυβερνητική πολιτική και, πάνω απ’ όλα, απαίτηση για πολιτική αλλαγή. Και όλα δείχνουν ότι η κοινωνική πίεση όχι μόνο δεν υποχωρεί, αλλά ενδέχεται να ενταθεί.

Ο χειμώνας που έρχεται δεν προδιαγράφεται εύκολος. Νέα προβλήματα συσσωρεύονται, ενώ το διεθνές περιβάλλον παραμένει εξαιρετικά αβέβαιο και δυσμενές. Πόλεμοι, γεωπολιτικές ανακατατάξεις, ενεργειακές και οικονομικές πιέσεις, διεθνής αστάθεια και το απρόβλεπτο των εξελίξεων δημιουργούν ένα σκηνικό μέσα στο οποίο η ελληνική κοινωνία καλείται να πάρει κρίσιμες αποφάσεις.

Και τότε το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο συγκεκριμένο. Τι κάνουμε; Πώς εκφράζουμε την αγανάκτηση και τον θυμό μας; Πώς μετατρέπουμε τη δυσαρέσκεια σε πολιτική αλλαγή; Και, κυρίως, ποια είναι η πραγματική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης;

Η Νέα Δημοκρατία, με ή χωρίς τον Κυριάκο Μητσοτάκη, δεν φαίνεται να μπορεί να δώσει την απάντηση που αναζητά η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών. Όχι μόνο γιατί η κυβερνητική πολιτική τηςέχει δημιουργήσει και αναπαράγει τα προβλήματα που σήμερα προκαλούν κοινωνική δυσαρέσκεια, αλλά και γιατί η συνέχιση της ίδιας πολιτικής δεν μπορεί να αποτελεί αξιόπιστη απάντηση στην ανάγκη για αλλαγή.

Και ασφαλώς η απάντηση δεν μπορεί να είναι η επιστροφή σε ακόμη πιο δεξιές, συντηρητικές και νεοφιλελεύθερες πολιτικές, ούτε πολύ περισσότερο η ενίσχυση της ακροδεξιάς, του εθνικισμού, του αυταρχισμού και της πολιτικής του φόβου και του διχασμού.

Η κοινωνία δεν χρειάζεται απλώς να αλλάξει κυβέρνηση. Χρειάζεται να αλλάξει πολιτική. Χρειάζεται ένα διαφορετικό σχέδιο για την οικονομία, την παραγωγή, την κοινωνική δικαιοσύνη, το κράτος, τους θεσμούς και τη θέση της χώρας στην Ευρώπη και στον κόσμο.

Αυτή ακριβώς είναι η απάντηση που καταθέτει η ΕΛ.Α.Σ. και ο Αλέξης Τσίπρας. Μια απάντηση που μπορεί να κωδικοποιηθεί σε τρεις αλληλένδετες έννοιες. Πολιτική αλλαγή, Αλλαγή πολιτικής, Νέο παραγωγικό μοντέλο. Ένα μοντέλο που θα επιδιώκει να παράγουμε περισσότερο, να δημιουργούμε περισσότερο πλούτο, να τον διανέμουμε δικαιότερα και, τελικά, να μπορούμε να ζούμε καλύτερα.

Γιατί το ζητούμενο δεν είναι απλώς ποιος θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές. Το πραγματικό ζητούμενο είναι ποιος μπορεί να αλλάξει την κατεύθυνση της χώρας και να αλλάξει ουσιαστικά τη ζωή των ανθρώπων.

Και εδώ βρίσκεται, ίσως, η ιδιαιτερότητα της σημερινής προεκλογικής περιόδου.

Δεν είναι το σημαντικό αν σήμερα η ΕΛ.Α.Σ. βρίσκεται πρώτη ή δεύτερη στις δημοσκοπήσεις. Δεν είναι καν το σημαντικό αν διαθέτει ήδη όλα τα οργανωτικά και πολιτικά εφόδια που απαιτεί ένα μεγάλο κόμμα εξουσίας. Το σημαντικό είναι αν υπάρχει σήμερα μια πολιτική δύναμη που μπορεί να εκφράσει τη συσσωρευμένη κοινωνική απαίτηση για αλλαγή, να ενώσει διαφορετικούς ανθρώπους και διαφορετικές κοινωνικές δυνάμεις και να μετατρέψει την αγανάκτηση σε δημιουργική πολιτική προοπτική.

Και αυτή η απάντηση, σήμερα, είναι η ΕΛ.Α.Σ. Ακόμη και για εκείνους που δεν συμπαθούν τον Αλέξη Τσίπρα. Ακόμη και για εκείνους που εξακολουθούν να τον αντιμετωπίζουν με καχυποψία ή ακόμη και με έντονη πολιτική αντιπάθεια. Γιατί κάποια στιγμή η πολιτική επιλογή παύει να είναι ζήτημα προσωπικής συμπάθειας ή αντιπάθειας. Γίνεται ζήτημα πολιτικής ανάγκης και ιστορικής επιλογής.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο Αλέξης Τσίπρας «μπορεί να κερδίσει». Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η κοινωνία θα επιλέξει να αλλάξει. Και αν θέλουμε πραγματικά να αλλάξει η ζωή μας, τότε η απάντηση δεν μπορεί να είναι η διατήρηση εκείνων που μας οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση.

Ο Αλέξης Τσίπρας ως πρωθυπουργός δεν είναι απλώς μια προσωπική του φιλοδοξία. Είναι, πάνω απ’ όλα, μια πολιτική επιλογή που αφορά εμάς. Γι’ αυτό και δεν πρέπει απλώς να αναρωτιόμαστε αν μπορεί να κερδίσει.

Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για να κερδίσει. Γιατί αυτή τη φορά δεν κρίνεται μόνο ποιος θα κυβερνήσει.

Κρίνεται αν και πώς θα αλλάξει η ζωή μας.