Μια λέξη έλεγε η γιαγιά μου κάθε φορά που την έβλεπα σκεφτική, με το βλέμμα καρφωμένο κάπου στο άπειρο.
Τη ρωτούσα: Γιαγιά, τι έχεις;
«Νουνίζω», μου απαντούσε.
Και τελείωνε εκεί η κουβέντα, δεν χρειαζόταν να ρωτήσω τίποτα άλλο.
Τελευταία...
το κάνω κι εγώ. Κάθομαι, κοιτάζω το κενό, δεν μιλάω και νουνίζω. Ανησυχούν οι γύρω μου. «Τι έχεις;», «Είσαι καλά;», «Γιατί είσαι έτσι;».
Τίποτα, παιδιά. Νουνίζω.
Έχουμε φτάσει σε μια εποχή που αν δεν μιλάς, δεν γελάς, δεν ποστάρεις και δεν δείχνεις διαρκώς απασχολημένος με κάτι, οι άλλοι υποθέτουν ότι κάτι δεν πάει καλά. Ενώ μπορεί απλώς να σκέφτεσαι.
Να κάνεις ένα pause. Να βάζεις για λίγο τη ζωή στο αθόρυβο και να προσπαθείς να καταλάβεις τι διάολο συμβαίνει γύρω σου. Και, μεταξύ μας, τελευταία συμβαίνουν τόσα πολλά που δεν ξέρω αν αρκεί το νουνίζω.
Νουνίζω τον Μαζωνάκη που χωρίς να το περιμένω τον έκλαψα κι εγώ μαζί με όλο τον κόσμο. Νουνίζω και όλο το μπάχαλο που δημιουργήθηκε γύρω από τον θάνατο του. Το πόσο εύκολα μια προσωπική ιστορία έγινε δημόσιο θέαμα πέρσι που τον έκλεισαν στο ψυχιατρείο. Πόσο γρήγορα όλοι αποκτούμε άποψη για ανθρώπους, σχέσεις και οικογένειες που δεν γνωρίζουμε, για καταστάσεις που δεν ζήσαμε.
Νουνίζω το χάλι μας γενικώς. Αυτή τη χώρα που μοιάζει όλο και περισσότερο με ξέφραγο αμπέλι. Τα ενοίκια που ανεβαίνουν με μεγαλύτερη ταχύτητα από την πίεσή μου όταν βλέπω τις τιμές στο σούπερ μαρκετ. Τα νέα παιδιά που δουλεύουν για να πληρώνουν ένα σπίτι στο οποίο δεν προλαβαίνουν να ζήσουν.
Βλέπω μαθητές στη Γαλλία και στην Ισπανία να εξεγείρονται, να διεκδικούν, να φωνάζουν. Και σκέφτομαι πως ίσως αυτή η νέα γενιά να έχει καταλάβει κάτι που εμείς ξεχάσαμε. Ότι δεν είναι όλα κανονικά επειδή τα συνηθίσαμε.
Νουνίζω και τη Βίσση με τον Καρβέλα (γιατί να είμαι εξαίρεση;) Αυτή την ιδιαίτερη σχέση δύο ανθρώπων που υπήρξαν ζευγάρι, χώρισαν, αλλά με κάποιον τρόπο συνέχισαν να συνυπάρχουν και να δημιουργούν. Και σκέφτομαι πόση ωριμότητα χρειάζεται για να καταλάβεις ότι ένας χωρισμός δεν χρειάζεται απαραίτητα να είναι πόλεμος. Ή και όχι.
Και δεν μιλάω μόνο για τους ερωτικούς χωρισμούς.
Χωρίζεις και με φίλους. Με συνεργάτες. Με ανθρώπους που κάποτε ήταν κομμάτι της καθημερινότητάς σου, ήξεραν τα μυστικά σου, μοιραζόσασταν όνειρα, σχέδια, επιτυχίες και αποτυχίες. Κι έρχεται μια στιγμή που οι δρόμοι σας δεν συναντιούνται πια. Δεν είναι ο πρώτος ανθρωπος που θα καλέσεις μόλις γίνει κάτι καλό ή κακό.
Άλλοτε με θόρυβο. Άλλοτε τόσο αθόρυβα που ούτε καταλαβαίνεις πότε έγινε. Και δεν χρειάζεται πάντα να υπάρχει ένας κακός στην ιστορία. Μερικές φορές απλώς τελειώνει ένα κεφάλαιο. Κάποιοι άνθρωποι μπορούν να συνεχίσουν να υπάρχουν στη ζωή σου με διαφορετικό ρόλο. Άλλοι όχι. Και αυτό επίσης είναι εντάξει.
Νουνίζω, λοιπόν, και τις ανθρώπινες σχέσεις. Τις συμπεριφορές ανθρώπων κοντινών και μακρινών. Αυτούς που αλλάζουν και αυτούς που δεν αλλάζουν ποτέ. Αυτούς που σε θυμούνται μόνο όταν χρειάζονται κάτι και εκείνους που εμφανίζονται ακριβώς τη στιγμή που τους χρειάζεσαι.
Και φυσικά νουνίζω και τα δικά μου.
Τις επιλογές μου. Τις σωστές και τις λάθος. Τις κουβέντες που είπα ενώ έπρεπε να σωπάσω και εκείνες που κατάπια ενώ έπρεπε να τις φωνάξω. Ανθρώπους στους οποίους έδωσα περισσότερο χώρο απ’ όσο άξιζαν και άλλους στους οποίους ίσως δεν έδωσα αρκετό.
Νουνίζω τον παραλογισμό και τον σουρεαλισμό της κάθε μέρας. Την ευκολία με την οποία περνάμε από μια τραγωδία σε ένα τηλεοπτικό ξεκατίνιασμα, από μια κοινωνική αδικία σε ένα viral βίντεο και από έναν πόλεμο σε μια συνταγή για χαλβά.
Σαν να σκρολάρουμε όχι μόνο στο κινητό μας αλλά και στην ίδια μας τη ζωή.
Και κάπου εκεί σκέφτομαι τη γιαγιά μου.
Εκείνη δεν ήξερε από mindfulness, digital detox και slow living. Δεν είχε εφαρμογή για να θυμάται να πίνει νερό , ούτε για να μετράει τα βήματα της. Δεν χρειαζόταν να πληρώσει κάποιο retreat για να βρει τον εαυτό της, εμπαινε στο μπαχτσε ή επινε καφεδάκι με τις φίλες της.
Είχε κι ένα τέλειο ντιβανάκι στην αυλή, λίγο χρόνο και μια υπέροχη λέξη. Νουνίζω.
Ίσως γι’ αυτό αγαπώ τόσο το να γράφω. Γιατί οι σκέψεις, όταν τις αφήνεις μόνο μέσα στο κεφάλι σου, κάνουν συχνά περισσότερο θόρυβο απ’ όσο χρειάζεται. Ενώ όταν τις βάζεις στο χαρτί, αρχίζουν κάπως να μπαίνουν στη θέση τους.
Δεν χρειάζεται να γράψεις ένα βιβλίο. Ούτε να είσαι συγγραφέας. Μπορεί να είναι μια ανάμνηση, μια μικρή ιστορία, ένα γράμμα που δεν θα στείλεις ποτέ, μια σκέψη που θα μεταμορφώσεις σε ζωγραφιά ή σε κολάζ.
Αυτός ήταν και ο λόγος που δημιούργησα το Days Made of Paper. Ένα μικρό δημιουργικό ταξίδι 12 ημερών, με 12 διαφορετικές αφορμές για να γράψεις, να θυμηθείς, να παρατηρήσεις, να ζωγραφίσεις, να παίξεις με τις λέξεις και το χαρτί.
Χωρίς βαθμολογίες, χωρίς πρέπει και χωρίς να χρειάζεται να δείξεις σε κανέναν τι έφτιαξες.
Γιατί μέσα σε αυτόν τον κόσμο που τρέχει, φωνάζει, απαιτεί και παραλογίζεται, ήθελα να φτιάξω κάτι που να μας δίνει την άδεια να σταματήσουμε για λίγο. Να νουνίσουμε!
Να κάνουμε κάτι μόνο για εμάς.
Και ξέρεις κάτι; Δεν χρειάζεται κάθε σκέψη να γίνει ανάρτηση. Κάθε συναίσθημα να γίνει εξομολόγηση. Κάθε σιωπή να χρειάζεται εξήγηση.
Μερικές φορές αρκεί ένα λευκό χαρτί.
Νουνίζω, νουνίζω.
Και σκέφτομαι πως ίσως τελικά το πιο επαναστατικό πράγμα που μπορούμε να κάνουμε σήμερα είναι να αφιερώσουμε λίγο χρόνο στον εαυτό μας.
Η γιαγιά μου το έκανε χωρίς να το πολυσκέφτεται.
Εγώ χρειάστηκε να φτάσω στα πενήντα για να καταλάβω πόσο δίκιο είχε.
Υ.Γ. Αν σου λείπει κι εσένα λίγος χρόνος με τις σκέψεις σου, το Days Made of Paper σε περιμένει. Δώδεκα μέρες, δώδεκα δημιουργικές προσκλήσεις και κανένας απολύτως λόγος να τα κάνεις όλα τέλεια.
Μόνο να ξεκινήσεις.
σε φιλώ
η φίλη σου
Μαρία

