Η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τα ελληνικά νοικοκυριά, επηρεάζοντας τις καθημερινές αγοραστικές τους συνήθειες και αναγκάζοντας τους καταναλωτές να αναζητούν χαμηλότερες τιμές, προσφορές και οικονομικότερες εναλλακτικές.
Σύμφωνα με...
νέα έρευνα της Circana, το 74% των καταναλωτών διαχειρίζεται τα οικονομικά του με δυσκολία ή ιδιαίτερη προσοχή, ενώ η μέση μηνιαία δαπάνη για αγορές από το σούπερ μάρκετ διαμορφώνεται στα 347 ευρώ.
Την ίδια στιγμή, η τεχνολογία αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται οι αγορές. Οι καταναλωτές συγκρίνουν τιμές στο διαδίκτυο, αναζητούν κουπόνια μέσα από εφαρμογές και συνδυάζουν ολοένα περισσότερο τα φυσικά καταστήματα με τις ηλεκτρονικές αγορές.
Τα συμπεράσματα προκύπτουν από δύο έρευνες που παρουσιάστηκαν στην εκδήλωση ECR GATHERING 2026 – Decoding Shopper Behavior Together, στον πολυχώρο ΔΑΪΣ: την έρευνα της Circana «Κατανάλωση σε Μετάβαση: Οι Δυνάμεις που Διαμορφώνουν το Αύριο της Αγοράς» και τη μελέτη της Brands Mirror «Omni channel Shopper Journey Research: Η Νέα Αγοραστική Διαδρομή στην Εποχή του Phygital».
Το 74% προσέχει κάθε ευρώ – Στο 3,89 στα 10 η οικονομική ασφάλεια
Η οικονομική πίεση παραμένει βασικό χαρακτηριστικό της καθημερινότητας των ελληνικών νοικοκυριών.
Σύμφωνα με την Circana, το 74% των καταναλωτών δηλώνει ότι διαχειρίζεται τα οικονομικά του με δυσκολία ή ιδιαίτερη προσοχή, ενώ ο μέσος δείκτης οικονομικής ασφάλειας βρίσκεται μόλις στο 3,89 με άριστα το 10.
Παράλληλα, το 57% προβληματίζεται από τη σχέση μισθών και κόστους ζωής, με τις στεγαστικές δαπάνες να αποτελούν σημαντική πηγή οικονομικής πίεσης.
Ως αποτέλεσμα, πολλοί καταναλωτές περιορίζουν τις μη απαραίτητες δαπάνες, όπως η διασκέδαση και η ένδυση, προκειμένου να διατηρήσουν τον έλεγχο του οικογενειακού προϋπολογισμού.
Στα 347 ευρώ οι μηνιαίες αγορές στο σούπερ μάρκετ – Στροφή στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας
Η τιμή αποτελεί πλέον βασικό κριτήριο επιλογής καταστήματος και προϊόντων.
Οι καταναλωτές συγκρίνουν προσφορές, ελέγχουν τις τιμές ανά κιλό, λίτρο ή τεμάχιο και οργανώνουν πιο προσεκτικά τις αγορές τους.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η στροφή προς τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, τα οποία αγοράζει συχνά το 63% των καταναλωτών.
Η επιλογή τους συνδέεται κυρίως με την ανάγκη εξοικονόμησης χρημάτων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι καταναλωτές εγκαταλείπουν τις επώνυμες μάρκες.
Η μέση μηνιαία δαπάνη στο σούπερ μάρκετ ανέρχεται στα 347 ευρώ, ενώ οι αλυσίδες συγκεντρώνουν βαθμολογία εμπιστοσύνης 4,48 στα 7, την υψηλότερη μεταξύ των κλάδων λιανεμπορίου που εξετάστηκαν.
Παρά την ακρίβεια, το 60% σχεδιάζει διακοπές
Παρά τις οικονομικές δυσκολίες, οι Έλληνες εξακολουθούν να επιδιώκουν τη διατήρηση της κοινωνικής τους ζωής.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της Circana, το 60% των καταναλωτών σχεδιάζει να πραγματοποιήσει διακοπές μέσα στο 2026.
Παράλληλα, καταγράφονται κατά μέσο όρο 4,3 γεύματα εκτός σπιτιού και 2,6 επισκέψεις σε καταστήματα τροφίμων την εβδομάδα.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι, παρά την προσπάθεια περιορισμού των εξόδων, οι καταναλωτές εξακολουθούν να δίνουν σημασία στις προσωπικές εμπειρίες και στις δραστηριότητες αναψυχής.
Φυσικό κατάστημα ή online αγορές; Τι επιλέγουν οι Έλληνες
Η έρευνα της Brands Mirror καταγράφει μια σημαντική αλλαγή στην καταναλωτική συμπεριφορά, καθώς το φυσικό κατάστημα και το ηλεκτρονικό εμπόριο λειτουργούν ολοένα περισσότερο συμπληρωματικά.
Συγκεκριμένα:
- 40,3% των καταναλωτών πραγματοποιεί αγορές ισορροπημένα μεταξύ φυσικών και ηλεκτρονικών καταστημάτων.
- 36,3% πραγματοποιεί κυρίως αγορές σε φυσικά καταστήματα.
- 23,3% προτιμά κυρίως τις online αγορές.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το 86,2% έχει μετακινηθεί από το ένα κανάλι στο άλλο κατά τη διάρκεια της ίδιας αγοραστικής διαδρομής.
Για παράδειγμα, ένας καταναλωτής μπορεί να αναζητήσει πληροφορίες και να συγκρίνει τιμές online, αλλά να ολοκληρώσει την αγορά σε φυσικό κατάστημα.
Η πρακτική αυτή αποτελεί μέρος του λεγόμενου phygital λιανεμπορίου, δηλαδή της συνδυασμένης φυσικής και ψηφιακής αγοραστικής εμπειρίας.
Πώς πραγματοποιούνται οι αγορές
Η έρευνα καταγράφει διαφορετικές διαδρομές που ακολουθούν οι καταναλωτές μέχρι την ολοκλήρωση μιας αγοράς.
Το 33,7% πραγματοποίησε αγορά απευθείας σε φυσικό κατάστημα, χωρίς προηγούμενη έρευνα, ενώ το 9,2% προχώρησε απευθείας σε ηλεκτρονική αγορά.
Αντίθετα, το 27,7% αναζήτησε πληροφορίες online και ολοκλήρωσε επίσης ηλεκτρονικά την αγορά του.
Ένα επιπλέον 28,3% συνδύασε τα δύο κανάλια, με κυρίαρχη πρακτική την έρευνα στο διαδίκτυο και την τελική αγορά σε φυσικό κατάστημα, γνωστή ως ROPO (Research Online, Purchase Offline).
Τι μετρά περισσότερο στις αγορές – Πρώτη η τιμή με 92%
Η έρευνα της Brands Mirror αναδεικνύει την τιμή ως τον σημαντικότερο παράγοντα για την επιλογή προϊόντων.
Τα βασικά κριτήρια αγοράς είναι:
- Τιμή: 92%
- Προσφορές: 79,1%
- Κριτικές καταναλωτών: 42,3%
- Ευκολία αγοράς και παράδοσης: 29,7%
- Διαθεσιμότητα: 24,3%
- Προγράμματα πιστότητας: 17,7%
- Αγοραστική εμπειρία: 14,9%
Αντίστοιχα, στην απόφαση για επαναγορά, οι τιμές και οι προσφορές συγκεντρώνουν 78%, η εξυπηρέτηση 42,3%, η ευκολία της διαδικασίας 31,7% και η ταχύτητα 21,4%.
Στα τρόφιμα οι καταναλωτές επιμένουν στο φυσικό κατάστημα
Παρά την ανάπτυξη των ηλεκτρονικών αγορών, η άμεση επαφή με τα προϊόντα παραμένει σημαντική, ιδιαίτερα στα τρόφιμα.
Το 45% των καταναλωτών προτιμά να πραγματοποιεί την έρευνα αγοράς τροφίμων στο φυσικό κατάστημα, ενώ το 31% συνδυάζει την online και την offline ενημέρωση.
Μόλις το 24% αναζητά πληροφορίες αποκλειστικά μέσω διαδικτύου για τα τρόφιμα που σκοπεύει να αγοράσει.
Η δυνατότητα να δει και να εξετάσει κανείς ένα προϊόν εξακολουθεί, επομένως, να επηρεάζει σημαντικά τις επιλογές του.
Έξι στους δέκα χρησιμοποιούν εφαρμογές καταστημάτων – Πρώτος στόχος τα κουπόνια
Οι εφαρμογές λιανεμπορίου κερδίζουν συνεχώς έδαφος, κυρίως επειδή προσφέρουν ευκαιρίες εξοικονόμησης χρημάτων.
Σύμφωνα με την Brands Mirror, το 65,6% χρησιμοποιεί εφαρμογές καταστημάτων τουλάχιστον περιστασιακά, ενώ το 23,6% τις χρησιμοποιεί συχνά.
Η δημοφιλέστερη χρήση τους είναι η ενεργοποίηση προσφορών και κουπονιών, με ποσοστό 58%.
Ακολουθούν η προετοιμασία πριν από την επίσκεψη στο κατάστημα (33,1%), η ολοκλήρωση αγορών και η χρήση κάρτας πιστότητας (28,3%), οι ενέργειες μετά την αγορά (24,6%) και η χρήση εφαρμογών μέσα στο κατάστημα (21,7%).
Παράλληλα, το 38,2% θεωρεί ότι οι εφαρμογές βοηθούν πολύ ή πάρα πολύ στη σύνδεση των φυσικών και των ηλεκτρονικών αγορών.
Τεχνητή νοημοσύνη στις αγορές: Χρήσιμη για προσφορές, αλλά με επιφυλάξεις
Η τεχνητή νοημοσύνη αποκτά σταδιακά θέση στις καταναλωτικές συνήθειες, κυρίως ως εργαλείο αναζήτησης πληροφοριών και καλύτερων τιμών.
Η Circana καταγράφει δείκτη εξοικείωσης με την τεχνητή νοημοσύνη 3,63 στα 5, με υψηλότερη εξοικείωση στις νεότερες ηλικίες.
Ωστόσο, η έρευνα της Brands Mirror δείχνει ότι η αποδοχή της τεχνητής νοημοσύνης ως προσωπικού συμβούλου αγορών παραμένει περιορισμένη.
Μόλις το 14% δηλώνει ότι εξυπηρετείται περισσότερο από τη χρήση της, ενώ το 29,9% εμφανίζεται επιφυλακτικό και το 12,2% αρνητικό.
Το υπόλοιπο 43,9% δηλώνει ουδέτερο ή μερικώς ευχαριστημένο.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι το 53,3% θέλει να γνωρίζει γιατί του προτείνεται ένα συγκεκριμένο προϊόν, ενώ η αποδοχή της αυτόματης ή επαναλαμβανόμενης αγοράς βασικών ειδών μέσω τεχνητής νοημοσύνης περιορίζεται στο 20,8%.
Πότε οι προσωποποιημένες προσφορές γίνονται πραγματικά χρήσιμες
Οι καταναλωτές εμφανίζονται πιο θετικοί στις εξατομικευμένες προτάσεις όταν αυτές συνοδεύονται από άμεσο οικονομικό όφελος.
Το 65,6% θεωρεί χρήσιμες τις προτάσεις όταν προσφέρουν καλύτερη τιμή ή κουπόνι, ενώ το 23,2% τις αξιολογεί θετικά όταν βασίζονται στο ιστορικό προηγούμενων αγορών.
Αντίθετα, το 46,3% τείνει να αγνοεί τέτοιες προτάσεις όταν αναζητά συγκεκριμένο προϊόν, το 39,7% όταν έχουν υπερβολικά διαφημιστικό χαρακτήρα και το 36,8% όταν δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές του ανάγκες.
Τι συμβαίνει όταν ένα προϊόν δεν υπάρχει στο ράφι
Η διαθεσιμότητα αποδεικνύεται καθοριστική για την επιλογή προϊόντων και τη διατήρηση της εμπιστοσύνης σε μια μάρκα.
Σύμφωνα με την Brands Mirror, όταν ένα προϊόν δεν είναι διαθέσιμο, στο 42,9% των περιπτώσεων η πώληση χάνεται για τη συγκεκριμένη μάρκα.
Ειδικότερα, το 28,5% στρέφεται σε ανταγωνιστικό προϊόν και το 14,4% επιλέγει προϊόν άλλης κατηγορίας.
Σε ένα επιπλέον 16,1% των περιπτώσεων, η αγορά χάνεται εντελώς, ενώ το 41% των καταναλωτών επιλέγει να περιμένει μέχρι να γίνει ξανά διαθέσιμο το προϊόν.
Ανακύκλωση και περιορισμός της σπατάλης τροφίμων
Οι έρευνες αναδεικνύουν και την αυξανόμενη σημασία της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, ιδιαίτερα όταν οι πρωτοβουλίες των επιχειρήσεων έχουν μετρήσιμο αποτέλεσμα.
Η μείωση της χρήσης πλαστικού, η ανακύκλωση και ο περιορισμός της σπατάλης τροφίμων συγκαταλέγονται στις δράσεις που οι καταναλωτές θεωρούν σημαντικές.
Συνολικά, τα ευρήματα των δύο ερευνών αποτυπώνουν έναν καταναλωτή που δίνει προτεραιότητα στην τιμή, αναζητά περισσότερη πληροφόρηση και αξιοποιεί την τεχνολογία για να κάνει πιο συμφέρουσες αγορές, χωρίς να εγκαταλείπει τη φυσική εμπειρία του καταστήματος.
