Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2023

Δεν είπαμε την αλήθεια, θα το πληρώσουμε (του Αστέρη Γκέκα)


Παραλογές στα χιόνια… Αυτή τη φορά της Παναγιάς μόλις σχόλασε το πανηγυρι, χιόνισε. Βιάστηκε ο καιρός να ρίξει πολύ χιόνι να μην προλάβει να δει να πεθαίνουν τα λουλούδια, έτσι τα σκέπασε.

 

Οριστε είπαν οι άνθρωποι.

Περάσαμε στον πατόσπο, ο Παππος άναψε δαβλια περσινά ευκολόκαυτα …..όλα τα εύκολα, λιανα είναι, και καίγονται με την πρώτη.

-Ναι Πάππο, κάτι άλλο ομως θες να πεις …….

Η μισή αλήθεια είναι ένα ολόκληρο ψέμα ….

Δεν ειπαμε την αλήθεια …θα το πληρώσουμε.

Ταχιά, Τραβήξτε από το Κάντσκο ως το Ντέντσκο  και ανάψτε ανάρια ανάρια εκατό κεριά, μισά για τα δικά μας παιδιά, μισά για τα άλλα παιδιά, ζευγαρωτά, να τα ανάβετε, μαζί πήγαιναν στο σχολειό,μαζί χόρευαν, μαζί έπαιζαν, τα ίδια κορίτσια κοιτούσαν.

Το χιόνι θα λιώσει και θα κουβαλήσει την φλόγα στις μνήμες εκεί που βρίσκονται ,θα θυμηθούν ότι τους αγαπήσαμε κάποτε...

Βρε να μην πουν ότι, όλοι ήταν δυνατοί πολεμιστές, μόνο οι νικητές ήταν καλοί; Και αν δεν ήταν καλοί οι ηττημένοι, τι αξία έχει η νίκη των;

Πειτε ρε την αλήθεια, ήταν παλικαρια τα παιδιά ούλα, κριμα στα νειατα.

Εσυ Στρατηγέ που διδάσκεις στην σχολή πολέμου γιατί δεν μιλάς για την ανδρεία των ηττημένων; Ελληνική ανδρεία είναι και αυτή.

Είχαμε χορέψει, γλεντήσει μας πύρωσε η φωτιά μας πήρε ο ύπνος στην παραστιά …….

-Που πατι πιδιά;

-Πάμε να ανάψουμε κεριά όπως μας είπε ο Παππος

Ποιος Παππος, δεν έχουμε πάππο εδώ, χάθηκε στο Γραμμο..

Να, στην γωνία καθόταν ,εκει Ανδρεαδη τον λέγανε μας είπε

Σιμώνουμε  στο μέρος που καθότανε και βρήκαμε ένα σαν μετταλιο υφασμάτινο, που έλεγε Λιτόχωρο επάνω με κέντημα.

Ανάψαμε όπως είπε ο Παππος δυο δυο τα κεριά και κατεβήκαμε Κόνιτσα, είχε κλαρίνα στο καφενείο που μου άρεσαν με τον Πανουσάκο, αλλά μαυρίλα και χιόνι.

Στο Μπουρμπουτσκό ξαναβρήκαμε καλοκαίρι, σκαπετησαμε  τον Άι Λια και στο Ζιουπανι χόρευε ο Λιβας ο Καλιαγγός την Λοντζια, εκεί να δεις χορό.. Αρε Νασιο…

μετά την βαρεγκα φάνηκε το Λιμποχοβο ,δεύτερη μέρα στο πανηγύρι κάτσαμε στον Σαμάρα ξεχαστήκανε με τα νουμπέτια απ το Τσιμούλι, το καλύτερο κλαρίνο του Βοϊου ….στην τσέπη έμεινε το μετταλιο και στην καρδιά η εντολή του Πάππου …..

Τι έγινε ρε γείτονα, ρωτούσε ο Γιανουλς ο Μπαταβανς

-Τίποτα γείτονα, ανεβήκαμε ψηλά στα ματοβαμμενα και χιόνισε στο πανηγύρι…..

Με κοιτούσε απορημένος, κι έκπληκτος, ένας λεβέντης γέρος Βλάχος, με κοκκινα μάγουλα, έξυπνα μάτια και ζωγραφιστό χαμόγελο.

Με την ίδια απορία εμεινα και γω …μισή αλήθεια είναι ένα ολόκληρο ψέμα ….

Μετά γλεντήσαμε ως το πρωί, άδειασαν οι τσέπες από τα κατοστάρικα, κόντεψα να δώσω και το μετάλλιο στον κλαριντζη από το Ζανατι που είχα, με τα κλαρίνα τα ζουπανιωτικα.

Δέλβινο, Δέλβινο……..

Όταν με πιάνει το παράπονο και το μεράκι, με την ζωγραφική δεν ξεθυμαινω, να σκαλίζω το ξύλο δεν με ηρεμεί, ούτε να γράφω, μόνο να χορέψω θελω, να χτυπω τα πόδια στη γη να ακούν τον καυμο μου και τα χαιρετισματα, οι αποθαμενοι.

Θελω εξακόσια μάτια κομπανία νε τραγουδούν ένα πολυφωνικό κύριε ελέησον και να ακούγονται, μικρά ρυάκια από το λιώσιμο του χιονιού και γλυκά κλάματα μωρών που θα ζήσουν αγαπημένα και χαρούμενα, στα μελλούμενα χρόνια

Αι…μαύρα μου χελιδόνια …..

Α.Γ. 21/2/23