Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ‘‘ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ ΦΛΩΡΙΔΗ’’;

 
 (Ο ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΑΙΡΕΣΙΜΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΕ)

Ήταν αργά το βράδυ της 18ης Μαΐου. Λίγο πριν ψηφιστεί στη Βουλή το νομοσχέδιο για την αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου, ‘‘έσκασε’’ η περίφημη μεν, παντελώς δε άσχετη με το νομοσχέδιο, ‘‘τροπολογία Φλωρίδη’’, με βάση την οποία προστίθεται νέα διάταξη στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (άρ. 32 Α ΚΠΔ) αναφορικά με τις αξιόποινες πράξεις των βουλευτών. Με...  

 

την τροπολογία, τα (φερόμενα) πλημμελήματα των βουλευτών εισάγονται απευθείας στο ακροατήριο, χωρίς προδικασία, και δικάζονται, συγκριτικά με τους ‘‘συνήθεις ρυθμούς’’ απονομής της ελληνικής δικαιοσύνης, σε εξαιρετικά σύντομο χρόνο (πρόκειται εν τοις πράγμασι για ‘‘διαδικασία super- express’’) ενώ για τα (φερόμενα) κακουργήματά τους, για τα οποία είναι ασφαλώς υποχρεωτικό το στάδιο της ανάκρισης, αφενός προβλέπεται η ενασχόληση κατά το στάδιο αυτό ειδικού εφέτη-ανακριτή και αφετέρου επισπεύδεται σημαντικά η εκδίκασή τους, πάλι σε καινοφανείς για την ελληνική δικαιϊκή πραγματικότητα ‘‘χρόνους’’.

Στην τροπολογία, το περιεχόμενο της οποίας είχε γίνει γνωστό στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, αντέδρασε με δύο επιστολές προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης (μία πριν την ψήφισή της και μία μετά) η γνωστή κ. Laura Kövesi, η οποία τη θεώρησε (την τροπολογία) ως ‘‘υφαρπαγή’’ των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στο πεδίο διερεύνησης πιθανών αξιόποινων πράξεων που σχετίζονται με το δίκαιο της Ένωσης και τη χρήση και διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων. Υπό τη δική της οπτική, κάθε διάταξη εθνικού δικαίου που επιτρέπει στις εισαγγελικές ή δικαστικές αρχές κράτους-μέλους της ΕΕ να ‘‘παρακάμπτει’’ την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σε υποθέσεις που έστω ενδέχεται να εμφανίζουν ποινικό αντικείμενο και για αυτήν, είναι προδήλως αντίθετη με το Καταστατικό της εν λόγω Εισαγγελίας και αποτελεί κατάφωρη παραβίαση του ενωσιακού δικαίου.

Για να λέμε τα πράγματα ‘‘ωμά’’, η κ. Kövesi ‘‘ανησύχησε’’ δεόντως ότι ειδικά τα (φερόμενα) εγκλήματα βουλευτών με οικονομικό χαρακτήρα που έχουν να κάνουν με τον προϋπολογισμό της ΕΕ και την εξαπάτησή της ως προς τη χρήση κοινοτικών κονδυλίων, με την εν λόγω ‘‘τροπολογία Φλωρίδη’’, δια της αποκλειστικής ανάθεσης της ποινικής αξιολόγησης, της έρευνας και της εκδίκασής τους στις εθνικές δικαστικές αρχές και τον (κατά αυτόν τον τρόπο) συνεπαγόμενο ‘‘εξοβελισμό’’ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, μπορεί και να ‘‘κουκουλώνονται’’ ‘‘άρον-άρον’’, με σκοπό και τελικό αποτέλεσμα και οι (πιθανώς) ένοχοι να μένουν ατιμώρητοι και – το κυριότερο – η ΕΕ, ως απούσα από τα πάντα, να μην είναι σε θέση ούτε να διεκδικήσει δικά της ‘‘αχρεωστήτως καταβληθέντα’’ κονδύλια ούτε να επιβάλλει κυρώσεις στο ‘‘υπαίτιο’’ κράτος-μέλος.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης υπήρξε, ωστόσο, ‘‘απτόητος’’ και η τροπολογία του έχει ήδη ενταχθεί στην ποινική μας δικονομία. Και η κ. Kövesi όμως, από την πλευρά της, δεν έμεινε με ‘‘σταυρωμένα χέρια’’. Πριν λίγες μέρες, έστειλε επιστολή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Κομισιόν) με την οποία καταγγέλλει τη συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία ως ‘‘προσβλητική παρέμβαση’’ στο έργο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και ως σφόδρα αντικείμενη με το ‘‘κράτος δικαίου’’ και ζητεί, δια ταύτα, την ενεργοποίηση του σχετικού ενωσιακού Κανονισμού, σύμφωνα με τον οποίο, κατόπιν μιας προδιαγεγραμμένης διαδικασίας, ενδέχεται να ‘‘μπλοκάρει’’ ακόμη και η ροή ευρωπαϊκού χρήματος προς τα ελληνικά ταμεία!

Αλήθεια, λοιπόν, μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο; Υπό ποιες προϋποθέσεις; Υφίσταται, εποχή που διανύουμε, πραγματικός κίνδυνος για την Ελλάδα να στερηθεί το ευρωπαϊκό χρήμα, επί του οποίου στηρίζει, αν όχι την ‘‘ύπαρξή’’ της, τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος της (όποιας) ευημερίας της;

Καταρχάς, ας ειπωθεί ότι ο Κανονισμός 2020/2092 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί γενικού καθεστώτος αιρεσιμότητος για την προστασία του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεσπίστηκε κατά την περίοδο ψήφισης του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου της ΕΕ 2021 – 2027 αλλά και του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (γνωστού ως New Generation EU – NGEU) για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας Covid. Ο Κανονισμός αυτός όντως προβλέπει μηχανισμό αιρεσιμότητας που επιτρέπει την αναστολή της χρηματοδότησης από την ΕΕ, όταν οι παραβιάσεις του κράτους δικαίου εκ μέρους των κρατών-μελών θίγουν «κατά τρόπο επαρκώς άμεσο» τον προϋπολογισμό και τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης.

Η έννοια του κράτους δικαίου είναι θεμελιώδης όρος στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, καθώς εντάσσεται στο αρχικό πλέγμα των διατάξεων της ίδιας της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), ήτοι στο πλέγμα των διατάξεων που αποτελεί τον σκληρό και αδιαπραγμάτευτο ‘‘πυρήνα’’ της. Η αρχή του κράτους δικαίου είναι δια ταύτα κομβική αρχή του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου και εσαεί, συνεχώς τηρητέα προϋπόθεση της συμμετοχής ενός κράτους στην ΕΕ. Η Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μας λέει το άρ. 2 της ΣΕΕ.

Κατά το ενωσιακό δίκαιο, το κράτος δικαίου απαιτεί όλες οι δημόσιες εξουσίες να ενεργούν εντός των ορίων που θέτει ο νόμος, σύμφωνα με τις αξίες της δημοκρατίας και του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως ιδιαιτέρως αυτά ορίζονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και υπό τον έλεγχο ανεξάρτητων και αμερόληπτων δικαστηρίων. Και κυρίως, απαιτεί να τηρούνται οι αρχές της νομιμότητας, συμπεριλαμβανομένης της διαφανούς, υπεύθυνης, δημοκρατικής και πλουραλιστικής νομοθετικής διαδικασίας, της ασφάλειας δικαίου, της απαγόρευσης της αυθαιρεσίας της εκτελεστικής εξουσίας, της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και πρόσβασης σε ανεξάρτητα και αμερόληπτα δικαστήρια και του διαχωρισμού των εξουσιών.

Ειδικότερα δε, ο σεβασμός του κράτους δικαίου αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση και για τη συμμόρφωση με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης που κατοχυρώνονται στο άρθρο 317 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).

Τα κράτη-μέλη μπορούν να διασφαλίσουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση μόνο αν οι δημόσιες αρχές τους ενεργούν σύμφωνα με τον νόμο, αν οι περιπτώσεις απάτης, διαφθοράς και σύγκρουσης συμφερόντων ή άλλων παραβάσεων του νόμου διώκονται αποτελεσματικά από τις ανακριτικές και εισαγγελικές αρχές και αν οι αυθαίρετες ή παράνομες αποφάσεις των δημόσιων αρχών, συμπεριλαμβανομένων των αρχών επιβολής του νόμου, είναι δυνατόν να υπόκεινται σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο από ανεξάρτητα δικαστήρια και από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ).

Η ανεξαρτησία και η αμεροληψία του δικαστικού συστήματος θα πρέπει πάντα να διασφαλίζονται, οι δε ανακριτικές και εισαγγελικές υπηρεσίες (τόσο οι εθνικές, όσο και οι ενωσιακές) θα πρέπει να είναι σε θέση να εκτελούν προσηκόντως τα καθήκοντά τους, καθώς τούτο συνιστά την ‘‘αυτονόητη’’ ελάχιστη εγγύηση έναντι παράνομων και αυθαίρετων αποφάσεων δημόσιων αρχών που θα μπορούσαν να βλάψουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης.

Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης στο εκάστοτε κράτος-μέλος προϋποθέτει, ιδίως, ότι το οικείο δικαστικό όργανο είναι σε θέση να ασκεί τα δικαστικά του καθήκοντα, τόσο στο πλαίσιο των σχετικών κανόνων όσο και στην πράξη, με πλήρη αυτονομία, χωρίς να υπόκειται σε οποιαδήποτε ιεραρχική σχέση ή σχέση υπαγωγής έναντι οποιουδήποτε φορέα και χωρίς να λαμβάνει εντολές ή οδηγίες οποιασδήποτε προέλευσης, και ότι, ως εκ τούτου, προστατεύεται από εξωτερικές παρεμβάσεις ή πιέσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να θίξουν την ανεξάρτητη κρίση των μελών του και να επηρεάσουν τις αποφάσεις τους. Οι εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας απαιτούν την ύπαρξη κανόνων, ιδίως όσον αφορά τη σύνθεση του δικαιοδοτικού οργάνου και τον διορισμό, τη διάρκεια της θητείας καθώς και τους λόγους εξαίρεσης ή παύσης των μελών του, ώστε οι πολίτες να μην έχουν καμία εύλογη αμφιβολία ως προς τη ‘‘στεγανότητα’’ του εν λόγω οργάνου έναντι εξωτερικών παραγόντων και ως προς την ουδετερότητά του έναντι των αντιμαχόμενων συμφερόντων.

‘Έτσι, το άρθρο 19 της ΣΕΕ, το οποίο συγκεκριμενοποιεί την αξία του κράτους δικαίου που ορίζεται στο άρθρο 2 της ΣΕΕ, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να παρέχουν αποτελεσματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με την εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ένωσης. Αυτή δε καθεαυτή η ύπαρξη αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου με σκοπό τη διασφάλιση της τήρησης των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την ύπαρξη του κράτους δικαίου και απαιτεί ανεξάρτητα δικαστήρια στα κράτη-μέλη.

Συνεπώς, υπάρχει σαφής σύνδεση μεταξύ του σεβασμού του κράτους δικαίου και της αποτελεσματικής εκτέλεσης του προϋπολογισμού της Ένωσης σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.

Τα οικονομικά, λοιπόν, συμφέροντα της Ένωσης μπορούν να πληγούν σοβαρά από παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου, ιδίως από εκείνες τις παραβιάσεις που επηρεάζουν την εύρυθμη λειτουργία των δημόσιων αρχών και τον αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο.

Σύμφωνα, συνεπώς, με τον Κανονισμό αιρεσιμότητας (άρ. 3 του Κανονισμού), μεταξύ άλλων περιπτώσεων, η διακινδύνευση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και o περιορισμός της αποτελεσματικής διερεύνησης, δίωξης ή κολασμού παραβάσεων του νόμου και ιδίως της κοινοτικής νομοθεσίας λογίζονται ως παραβιάσεις του κράτους δικαίου, άρα και ως ‘‘αφετηρίες’’ εξελίξεων που έχουν να κάνουν με τη ροή ευρωπαϊκών κεφαλαίων στα κράτη-μέλη.

Οι δε παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου (άρ. 4 του Κανονισμού αιρεσιμότητας) αφορούν, ανάμεσα σε άλλες περιπτώσεις, και την εύρυθμη λειτουργία των ανακριτικών και εισαγγελικών αρχών σε σχέση με τη διερεύνηση και τη δίωξη της απάτης, της διαφθοράς ή άλλων παραβάσεων του δικαίου της Ένωσης όσον αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της και τον αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο, από ανεξάρτητα δικαστήρια, των πράξεων ή παραλείψεων που σχετίζονται με τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, με σκοπό την επιβολή αποτελεσματικών και αποτρεπτικών κυρώσεων στους παραβάτες από τα εθνικά δικαστήρια ή από διοικητικές αρχές και την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών από την ΕΕ.

Τα δε μέτρα στα οποία δικαιούται να προβεί η Επιτροπή κατά των κρατών- μελών, ειδικά όταν εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ένωσης υπό καθεστώς επιμερισμένης διαχείρισης (αυτή η περίπτωση μας αφορά), είναι η αναστολή της έγκρισης ενός ή περισσοτέρων προγραμμάτων ή της τροποποίησής τους, η αναστολή δεσμεύσεων ή η μείωση δεσμεύσεων (κονδυλίων της ΕΕ προς κράτη-μέλη), μεταξύ άλλων και μέσω δημοσιονομικών διορθώσεων ή μεταφορών σε άλλα προγράμματα δαπανών, η μείωση της προχρηματοδότησης της ΕΕ προς κράτη-μέλη, η διακοπή των προθεσμιών πληρωμής, ακόμη και η αναστολή των πληρωμών, ήτοι το ‘‘πάγωμα’’ κάθε κονδυλίου προς τα κράτη-μέλη (άρ. 5 του Κανονισμού αιρεσιμότητας).

Βέβαια, για να φτάσουμε εκεί υπάρχει, ως είθισται στα τεκταινόμενα εντός της ΕΕ, αρκετός ‘‘διαδικαστικός δρόμος’’. Η Επιτροπή (Κομισιόν), προτού προτείνει τη θέσπιση οποιουδήποτε ‘‘μέτρου’’ δυνάμει του κανονισμού αιρεσιμότητας, γνωστοποιεί στο οικείο κράτος-μέλος τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι ενδέχεται να υπάρχουν παραβιάσεις των αρχών του κράτος δικαίου στο εν λόγω κράτος-μέλος και ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για κάθε τέτοια κοινοποίηση και για το περιεχόμενό της. Το οικείο κράτος-μέλος έχει τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του και αν η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη της τις παρατηρήσεις αυτές, θεωρεί, παρά ταύτα, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις επιβολής ‘‘κυρωτικού μέτρου’’ κατά του κράτους-μέλους, αποστέλλει πρώτα γραπτή κοινοποίηση στο εν λόγω κράτος μέλος, εκθέτοντας τα πραγματικά στοιχεία και τους συγκεκριμένους λόγους στους οποίους στηρίζει την άποψή της για την επιβολή ‘‘κυρώσεων’’ και ενημερώνοντας εκ νέου χωρίς καθυστέρηση το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Στο τελικό στάδιο, αν η Επιτροπή δεν συμφωνεί με τυχόν ‘‘διορθωτικές πρωτοβουλίες’’ που προτείνει και δεσμεύεται να λάβει το ‘‘ελεγχόμενο’’ κράτος-μέλος, υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο πρόταση για την έκδοση εκτελεστικής πράξης σχετικά με τα ‘‘κατάλληλα μέτρα’’ (δηλ. τις συγκεκριμένες ‘‘κυρώσεις’’ κατά του κράτους-μέλους) εντός ενός μηνός από την παραλαβή των παρατηρήσεων του κράτους-μέλους, μνημονεύοντας οπωσδήποτε και τους λόγους και τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε για την πρότασή της. Το δε Συμβούλιο εκδίδει την εκτελεστική απόφασή του εντός ενός μηνός από την παραλαβή της πρότασης της Επιτροπής.

Η χρήση, λοιπόν, της αιρεσιμότητας στο δίκαιο της ΕΕ είναι πια μια ‘‘συστημική’’ και καθιερωμένη πρακτική και, στο πεδίο της θεωρίας, εκλαμβάνεται μάλιστα και ως ένα ‘‘καθοριστικό στοιχείο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης’’ δεδομένου ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (ΔΕΕ), με σχετικά πρόσφατες εμβληματικές αποφάσεις του*, στήριξε τόσο τη συμβατότητα με το ενωσιακό δίκαιο του κανονισμού της αιρεσιμότητας όσο και την πρακτική σημασία του.

Προσωπικά δε, θυμίζω ότι η έννοια του ‘‘κράτους δικαίου’’ συμπεριλαμβάνεται στα περίφημα ‘‘Κριτήρια της Κοπεγχάγης’’, όπως αυτά κατοχυρώνονται πλέον στο άρθρο 49 της ΣΕΕ, δηλαδή στα άκρως θεμελιώδη και απαραβίαστα κριτήρια που πρέπουν να πληρούν υποψήφια προς ένταξη στην ΕΕ κράτη, γεγονός που περίτρανα δηλοί ότι όλα στην Ένωση ‘‘ξεκινούν’’ και ‘‘τελειώνουν’’ στο ‘‘κράτος δικαίου’’.

Επομένως, μετά όλα τα παραπάνω, μετά την επιστολή της κ. Kövesi προς την Κομισιόν για το ‘‘ύποπτο’’ της ‘‘τροπολογίας Φλωρίδη’’, το (θεωρητικό) ενδεχόμενο να ‘‘κοπεί’’ κάποια στιγμή ένα συγκεκριμένο κονδύλιο ή μέρος της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης προς τη χώρα είναι υπαρκτό και πάντως διόλου δεν αποκλείεται, σύμφωνα με όσα προβλέπει το ενωσιακό δίκαιο. Δεν ξέρω αν θα ‘‘τη γλιτώσουμε’’, άλλωστε ποτέ δεν ‘‘το έπαιξα μάντης’’, αυτό που ξέρω όμως είναι ότι στη ‘‘πολυδιαφημιζόμενη σταθερότητα’’ Μητσοτάκη, μεταξύ των άλλων, συμπεριλαμβάνεται αποδεδειγμένα, το δίχως άλλο, και το γεγονός ότι σταθερά η Ελλάδα είναι ‘‘υπόλογη’’ απέναντι στην ΕΕ, σταθερά ‘‘απολογείται’’ ως ‘‘ελεγκτέα’’ και ‘‘κατηγορούμενη’’ και σταθερά υποβαθμίζεται η έξωθι εικόνα και το διεθνές κύρος της. Σταθερά και αδιάλειπτα… Και δη τούτο συμβαίνει σε τέτοιο βαθμό και τόσες πια φορές που σταθερά – κατά την άποψή μου – παγιώνεται πλέον η πάγκοινη αντίληψη ότι επιτέλους η χώρα πρέπει να μπει, χωρίς επιφυλάξεις ή… ‘‘αιρεσιμότητες’’, στον δρόμο της ουσιαστικής αλλαγής….


Κατερίνη, 27/5/2026

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ 
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ 
LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW 
LLM IN EUROPEAN LAW 
Cer. LSE in Business, International 
Relations and the political science 

*Αναφέρομαι στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της ΕΕ (ΔΕΕ) της 16 Φεβρουαρίου 2022, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι προσφυγές ακυρώσεως του Κανονισμού 2020/2092 που άσκησαν η Ουγγαρία και η Πολωνία  (ΔΕΕ, απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, υπόθεση 156/21, Ουγγαρία κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, ECLI:EU:C:2022:97 και ΔΕΕ, απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, υπόθεση 157/21, Πολωνία κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, ECLI:EU:C:2022:98)