Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

Ημερολόγιο καταστρώματος (Του Κωνσταντή)


(Του Μάρκου Μπόλαρη)

Είχαν εμπορικά καίκια, τότες,

όλα τα νησιά.

Κι όχι μόνο για το εμπόριο του νησιού

μα και...  


 

για μακρινά ταξίδια

ίσαμε την Μαύρη Θάλασσα και την Αραπιά,

γιατί όχι , ακόμη κι ίσαμε την Βενετιά !

Είχαν και καρνάγια όλα τα νησιά και για να ναυπηγούν, όχι μόνον ψαρόβαρκες και ψαροκάικα,

μα και για όλων των λογιών τα εμπορικά πλοία, κι έχτιζαν μπρίκι και μπάρκο, σκούνα και μπρατσέρα, ραντοψάθι και τρεχαντήρι, μούλο και πέραμα,

τράτα και γάιτα, τσερνίκι, μυελούς και μπούμα,

καρνάγια με μερακλήδες καραβομαραγκούς ,

που ιστορούσαν με το κοπίδι και το σκαρπέλο έμορφες γοργόνες στην πλώρα , με το μεράκι

και το κέφι που αιώνες ξόδεψαν να το σωρεύσουν

καραβομαραγκοί που τούτη την τέχνη , την ναυπηγική , επιστήμη , καλύτερα, θα πώ,

από πατέρα , μαθές, σε γιό , στους αιώνες χέρι- χέρι παραδίνουν η μιά στην άλλη γενιά, τι μυστικά , τι επιδεξιότητα , χειροποίητα θαλασσομάχα σκαριά ,

ζωές και φιλοδοξίες, πλούτος και γνώσεις να κουβαλούνε πάνω στα κύματα στους αιώνες, από πότε, από του ´Δυσσέα τους χρόνους που θαλασσοπνίγηκε στης Σκύλλας και της Χάρυβδης

τα στενά, τι πάλη κι αυτή , με τα χέρια ώστε το δεντρό να γίνει σκαρί , με την υπομονή το ξυπόλητο να γίνει σκάφος , με την ´πιδεξιότητα το πλοίο να πετά πάνω στο κύμα , τους δράκοντες τους θαλασσινούς να αψηφά , τους βύθιους δράκοντες,

έργα χειρών ανθρώπων τούτα τα σκαριά ,

τι έργα , της ψυχής έργα, της τεχνικής έργα ,

της τέχνης της ναυπηγικής ποιήματα,

της θάλασσας καυχήματα και στοιχήματα ,

μ’ ένα μπρίκι Χιώτικο , στον Μούδρο που ‘χε δέσει,

από την Οντέσσα ερχόταν στάρι φορτωμένο

για την Σμύρνη ταξίδευε , μ’ ένα μπρίκι Χιώτικο

ο Κωνσταντής του Νικόλα του Μαρμαρά γιός,

νιόπαντρος ταξίδεψε ίσαμε με την έμορφη Σμύρνη,

οι Τούρκοι την δόξα και το πλούτος της δεν άντεχαν

και Γκιαούρ Ισμίρ την ‘νομάτιζαν , για ψώνια από αγορά καλή ήρθε , ευρωπαϊκό λογιζόταν εμπορικό κέντρο η Σμύρνη, μα κι ήταν αδιαμφισβήτητα,

τα χρειαζούμενα ενός καινούργιου νοικοκυριού διάλεξε , θάμαξε τα εμπορικά της, ό,τι καλύτερο βάσταζε το βαλάντιο του , όχι φτωχός δεν λογιζόταν, μα και πλούσιος δεν ήταν , ο μύλος ,

ο σαμόμυλος του κύρη του Νικόλα

καλό μεροκάματο εξασφάλιζε, νοικοκύρηδες ανθρώποι, στης Αγιά Φωτεινής της εκκλησιά κερί άναψε#, βοήθειά μας να ‘ναι η Κυρά της Σαμάρειας η Ισαπόστολος , κι ύστερα περίμενε καράβι να βρεθεί , στ’ Αϊβαλί πρώτα πόδισε κι ύστερα βρήκε τσερνίκι που για την Πόλη ταξίδευε κι έστερξε στη Λήμνο να τον βγάλει , στης κυράς την αγκαλιά, της σεμνής κι άξιας Σεβαστής να βρεθεί !

Τούτες τις μέρες,

πάντοτε τούτες τις μέρες , φθίνοντος του Μάη, καθώς οι ροδαριές φορτωμένες ρόδα ωραίζουν

τον τόπο κι ευωδιάζουν την πλάση μεθυστικά, πάντοτε τες μέρες τούτες , στο σπίτι ανακαλούμε

την μνήμη αυτού του παλικαριού , του Κωνσταντή, του μικρό Κωνσταντάκη , που νιούτσικος παντρεύτηκε , νιούτσικος πρόλαβε και τέσσερα παλικάρια γέννησε ,

και νιός ώχετο , στην μάχη με τον Χάροντα ,

εκεί στης ζωής τα μαρμαρένια αλώνια νικημένος , είχε επιστρέψει πάλιν από ταξίδι , όταν ο μικρός γιός του ο Μιλτιάδης είχε γεννηθεί, από την Πόλη είχε επιστρέψει , δουλειές είχε τακτοποιήσει ,

όταν, η γριά, της μάνας η μάννα,

έντρομη διάβασε τα σημάδια της αρρώστιας

στο κορμί του, ενδημούσα η ευλογιά στα μεγάλα κέντρα, πάλεψε μα δεν παλεύεται ,

τον νίκησε εικοσιοκτώ παλικάρι ,

μιά κηδεία , τι κηδεία , με προφυλάξεις

γιά τον φόβο της μετάδοσης,

στο μνήμα με ασβέστη απολύμαναν,

φόβος και τρόμος η ευλογιά,

κι η ονομασία της επιδημίας εξορκισμός,

Κωνσταντή , μακαρία η οδός ήν πορεύει σήμερον

Αναστάσιμος ο καιρός ήταν ο καιρός,

ο Χριστός θανάτω τον θάνατο νίκησε,

κι η κυρά Σεβαστή, έκτοτες χήρα

με τέσσερα αγόρια , ξανοίχυηκε

στον μέλανα και χαλεπό πόντο της χηρείας,

τα χρόνια τα ύστερα των Οθωμανών ήταν

και προτού να το καταλάβουν ,

να, ο Βαλκανικός Πόλεμος ο πρώτος,

να, το θωρηκτό Αβέρωφ στη Λήμνο

με το Ναύαρχο Κουντουριώτη απελευθερώνει

το νησί του Ηφαίστου και της βασίλισσας Υψιπύλης,

το νησί του εν Αγίοις Γρηγορίου του Παλαμά

και του Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου,

να , κι ο Δεύτερος Βαλκανικός Πόλεμος,

νικήθηκε η Τουρκιά , νικήθηκαν

άπληστοι κι οι Βούλγαροι

να, κι ο μεγάλος πρώτος Πόλεμος ο Παγκόσμιος,

μάχες ανίλεες στα Δαρδανέλλια, να εκπορθηθούν έπρεπε για να εφοδιαστεί η Ρωσσία με όπλα,

η βάση της εκστρατείας στο κόλπο του Μούδρου,

σταματούν άραγες ποτέ οι αμάχες των ανθρώπων,

φουρτουνιασμένη θάλασσα ή ζωή , σε ξεγελά μιά

μπονάτσα, κι ύστερα ξαναχουγιάζουν δαιμονισμένα

τα κύματα του βύθιου δαίμονα , καταιγίς με χειμάζει,

κι η κυρά Σεβαστή σε τούτες τις καταιγίδες

στα χωράφια αγρότισσα , γυναίκα αυτή μόνη

τους γεωργούς πασχίζει να παραβγεί, ,

στα αμπέλια αμπελουργός, η ανάγκη θεριό

τον κάνει τον άνθρωπο που έχει φιλότιμο ,

στη μάντρα με τα προβατίνες κτηνοτρόφος

και στο σπίτι με το τυροβόλι τυροκόμος της παράδοσης, Μάννα, πάνω απ’ όλα , τ’ αγόρια

να συμπαρασταθεί , άντρες να τους αναστήσει

στους χρόνους του Μεγάλου Πολέμου πλύστρα

γίνηκε , στους χρόνους της φτώχειας, των ρούχων των ναυτών του Βρεττανικού Βασιλικού Ναυτικού ,

με πείσμα αρμένισε τους ωκεανούς της ζωής,

χωρίς τον Κωνσταντή , ή μήπως , μου λέει

ένας λογισμός στ’ αυτί, ή μήπως αείποτε μαζί του,

τούτες τις μέρες , ανθισμένα τα τριαντάφυλλα

του Μάη, μυριστικά λωλαίνουν τ’ αηδόνια

στις τζιτζιφιές και τους πλατάνους,

ωσάν περήφανο ένα Λημνιό μπρίκι η Σεβαστή

με την θαλασσοαρμυρισμένη αρματωσιά του, δικάταρτο σκαρί, με το προκυμαίο τετράγωνο πανί του , με το κύριο κατάρτι του κι αυτό με περήφανη τετράγωνη αρματωσιά, καλοτάξιδη στάθηκε,

μέσα του Αιγαίου τα νερά αγγέλοι φτερουγίζουν,

τούτες τις μέρες στο σπίτι , μνείαν ποιούμεθα,

Κωνσταντίνου και Σεβαστής, της διαχρονίας

της Ρωμιοσύνης τους ναυβάτες,

τους θαλασσομάχους της ζωής,

ών αι ψυχαί εν γή μακάρων αυλισθείησαν !

Καλοτάξιδοι με κέφι , αδέρφια !

Του Οδυσσέα γενιά , πολεμόχαρη και πεισματάρα

που τον Κύκλωπα

τύφλωσες !

Συνεπιβάτες, έγνοια μας