(Του Μάρκου Μπόλαρη)
Πως ψευτίζει καθημερινά έρμος...
ο ντουνιάς;
Το ψέμα πως ωσάν καλλονή
συστήνεται ;
Το συμφέρον πως ξετσίπωτα ως πόρνη
καυχάται ;
Η αλήθεια πως ανεπιθύμητη στο σκαλί
ως διακονιάρα ;
Οι λέξεις πως το φορτίο τους μεθοδικά
αλλάξαν ;
Η γλώσσα πως το νόημά της από απαίδευτους
έχασε , χάνει ;
Την γλώσσα στες αμμουδιές Ομήρου
την πολυτίμητη θησαυρών πλέον
πώς με καθρεφτάκια
ανταλλάξαμε ;
Την ιστορία πως στα σεντούκια υγρά
κλειδαμπαρώσαμε, τοις κείνων
ρήμασι μη πειθόμενοι ;
Ο πολιτισμός πως από θαύμα ζωής
έκθεμα μουσειακό
κατήντησε ;
Η δημοκρατία , α ! η δικαιοσύνη
πως φαλκιδεύτηκε ;
Η υπερηφάνεια ενός ιστορικού λαού
πώς σε κοψομεσιασμένους
ανατέθηκε ;
Η υγεία πάλιν πως εμπόρευμα άθλιο
ξαναγίνηκε ;
Οι αξίες πως , μόνον ως χρηματιστηριακές
νογούνται ;
Η παιδεία κατάντημα πως ως προσόν
μόνον διορισμού αθλίων
χρυσοκανθάρων ;
Η μόρφωση πως απλό διαβατήριο για
εργασία στο εξωτερικό ;
Το καθεστώς της αδιαφάνειας πως
ως κυβέρνηση συστήνεται ;
Ο προεστώς των υποκλοπών κι υπεξαιρέσεων
πως γιαλαντζί αναντικατάστατος
ως αλαζών ;
Η πολιτική πως ως ξέφτισμα συμφερόντων
κι οι δήθεν αρχηγοί κομμάτων
τσιράκια ως διαπλοκής ;
Η επικοινωνία πως ως συρραφή αστυνομικού
δελτίου τον αποπροσανατολισμό
απεργάζεται ;
Οι τενεκέδες πως άδειοι κι αλαλάζοντες
λάμπουν στα φώτα της φτιαχτής
δημοσιότητας ;
Ο τόπος πώς φυραίνει , αδέρφια, τα γράδα
πώς μειώνονται ;
Του κόσμου ποιός το λύνει το κουβάρι
πώς ;
Ποιός είναι καπετάνιος στα βουνά,
ως ;
Ο οίνος ο καλός του Οδυσσέα πού, τον
ανήμερο Κύκλωπα να μεθύσουμε,
ανήλιαγη από την σπηλιά
να βγούμε
πως ;
Το Φώς , της διαχρονίας μας , από φρυκτωρίες,
κι από τον Φάρο τον Αλεξανδρινό,
να ξαναιδούμε
πως ;
Το Φώς το αληθινόν, Φώς εκ Φωτός θαβώρειο
πως στους χαλεπούς καιρούς
στες καρδιές μας ;
Πώς ;