Στο επίκεντρο της οικονομικής πολιτικής επιστρέφει η διαχείριση του ιδιωτικού χρέους, καθώς οι συνολικές υποχρεώσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων υπερβαίνουν πλέον τα 240 δισ. ευρώ. Με στόχο την...
παροχή ανάσας σε περισσότερους από 1,5 εκατομμύριο οφειλέτες με ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία και τις τράπεζες, ενεργοποιείται ένα νέο πλαίσιο ρυθμίσεων βάσει του ν. 5313/2026. Το νέο αυτό καθεστώς συνδυάζει την αύξηση του ακατάσχετου ορίου, περισσότερες δόσεις αποπληρωμής, αλλά και μια πρωτοποριακή, ψηφιακή διαδικασία για την άρση των ήδη επιβληθεισών κατασχέσεων, η οποία ωστόσο κρύβει «ψιλά γράμματα» που απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή.
Το νέο αυξημένο ακατάσχετο όριο των 1.600 ευρώ
Η σημαντικότερη άμεση παρέμβαση αφορά την προστασία των τραπεζικών καταθέσεων των φυσικών προσώπων. Το ακατάσχετο όριο αυξάνεται κατά 350 ευρώ και διαμορφώνεται πλέον στα 1.600 ευρώ (από 1.250 ευρώ που ίσχυε παλαιότερα).
Η προστασία αυτή καλύπτει μισθούς, συντάξεις, ενοίκια και λοιπές τακτικές πιστώσεις, αλλά δεν ενεργοποιείται αυτόματα. Οι φορολογούμενοι πρέπει να προσέξουν τα εξής:
- Ηλεκτρονική Δήλωση: Απαιτείται η υποβολή του IBAN στην ειδική εφαρμογή της ψηφιακής πύλης myAADE με τους κωδικούς Taxisnet. Κάθε φυσικό πρόσωπο δικαιούται να δηλώσει μόνο έναν λογαριασμό, σε ένα μόνο πιστωτικό ίδρυμα.
- Συνολικές Πιστώσεις: Αν ένας πολίτης λαμβάνει εισοδήματα από πολλαπλές πηγές (π.χ. μισθό και σύνταξη μαζί), το όριο των 1.600 ευρώ εφαρμόζεται στο άθροισμα των μηνιαίων καταθέσεων στον δηλωμένο λογαριασμό και όχι ξεχωριστά σε κάθε πίστωση.
- Κοινοί Λογαριασμοί: Το ακατάσχετο των 1.600 ευρώ ισχύει ξεχωριστά για κάθε συνδικαιούχο, μόνο όμως αν όλοι οι συνδικαιούχοι έχουν δηλώσει τον συγκεκριμένο λογαριασμό ως ακατάσχετο. Σε αντίθετη περίπτωση, αν για παράδειγμα σε κοινό λογαριασμό κατατίθεται σύνταξη 1.000 ευρώ και ο ένας συνδικαιούχος δεν τον έχει δηλώσει, το μερίδιο που του αναλογεί κινδυνεύει με δέσμευση.
Η διαδικασία για την άρση κατάσχεσης: Προϋποθέσεις και βήματα
Για
τους οφειλέτες της Φορολογικής Διοίκησης στους οποίους έχουν ήδη
επιβληθεί κατασχέσεις στα χέρια τραπεζών, ανοίγει για πρώτη φορά
παράθυρο πλήρους αποδέσμευσης, υπό αυστηρούς όμως όρους.
Η δυνατότητα άρσης ενεργοποιείται εφόσον ο οφειλέτης καταβάλει εφάπαξ το 25% της συνολικής του οφειλής και ταυτόχρονα εντάξει σε ρύθμιση το υπόλοιπο μέρος των βεβαιωμένων υποχρεώσεών του.
Η διαδικασία περιλαμβάνει τα εξής στάδια:
- Υποβολή Αίτησης: Γίνεται ψηφιακά μέσω της πλατφόρμας «Τα Αιτήματά μου» στο myAADE προς την υπηρεσία που επιδιώκει την είσπραξη.
- Αναγκαία Στοιχεία: Στην αίτηση δηλώνονται τα προσωπικά στοιχεία (Ονοματεπώνυμο, Πατρώνυμο, ΑΦΜ για φυσικά πρόσωπα ή Επωνυμία και ΑΦΜ για νομικά πρόσωπα), η επωνυμία και ο ΑΦΜ της τράπεζας, καθώς και ο αριθμός, η ημερομηνία της κατάσχεσης και η εκδούσα αρχή.
- Πολλαπλά Κατασχετήρια: Αν η ίδια υπηρεσία έχει επιβάλει περισσότερες από μία κατασχέσεις, ο οφειλέτης οφείλει να αναγράψει υποχρεωτικά τα στοιχεία όλων των κατασχετηρίων στην αίτησή του.
- Έλεγχος και Έκδοση: Ο αρμόδιος προϊστάμενος της φορολογικής ή τελωνειακής υπηρεσίας εξετάζει την αίτηση το συντομότερο δυνατό. Η άρση κοινοποιείται στα πιστωτικά ιδρύματα ηλεκτρονικά (ή έντυπα, αν υπάρξει τεχνικό κόλλημα). Αν η αίτηση απορριφθεί, ο πολίτης ενημερώνεται ψηφιακά για τους λόγους της απόρριψης.
Τα 3 κρίσιμα «κλειδιά» που κρύβουν παγίδες
Η νέα ρύθμιση προσφέρει μια σημαντική δεύτερη ευκαιρία, απαιτεί όμως στρατηγική καθώς οι διατάξεις είναι αυστηρές:
- Χορήγηση Άπαξ: Η άρση κατάσχεσης με αυτή τη διαδικασία χορηγείται μόνο μία φορά ανά οφειλέτη. Αν στο μέλλον ο φορολογούμενος δημιουργήσει νέα χρέη και του επιβληθούν νέες κατασχέσεις, δεν μπορεί να ξαναχρησιμοποιήσει το ίδιο ευεργέτημα.
- Μη Αναδρομική Ισχύς: Η άρση δεν λειτουργεί αναδρομικά. Αυτό σημαίνει ότι ποσά από απαιτήσεις που είχαν ήδη γεννηθεί πριν ενημερωθεί η τράπεζα για την άρση, θα αποδοθούν κανονικά στο Δημόσιο. Αντίθετα, μόνο τα χρήματα από απαιτήσεις που γεννιούνται μετά τη γνωστοποίηση της άρσης στο ίδρυμα αποδεσμεύονται και αποδίδονται στον καταθέτη.
- Απώλεια της Ρύθμισης: Η προστασία δεν είναι μόνιμη. Εάν ο οφειλέτης σταματήσει να τηρεί σωρευτικά τις προϋποθέσεις του νόμου (π.χ. χάσει τη ρύθμιση των δόσεων), η αρμόδια υπηρεσία υποχρεούται να ανακαλέσει την άρση και να λάβει άμεσα εκ νέου αναγκαστικά μέτρα διοικητικής εκτέλεσης.
